Hellenic Electronic Center

  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
Home

Elder Haralambos

E-mail Print PDF

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν.Μ’αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.

Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε. Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του…..

Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του.

Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπαμπη, οταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του…… ηταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι ‘έφτασε μπροστά στο σπίτι…..

Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.”Έλα παιδί μου, τι θέλεις?” τον ρώτησε στα τούρκικα…

Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του…”Κάλως όρισες” του είπε ελληνικά. “Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα”

Ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ΄ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.

Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε.

Γεννήθηκα σ΄ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας.Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.

Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας.

Οι γονείς του μ΄αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί.

Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι, και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ΄όλο το σπίτι ευωδία.

Όλα αυτά έμενα μ΄ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.

Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ΄ένα ξωκλήσι που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους.

Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν ακολούθησα και εγώ.

Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.”Όχι εσύ παιδί μου” μου είπε χαμηλόφωνα. “

“Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος” Τον κοίταξα με παράπονο..”

“Τότε να βαπτιστώ” του απάντησα.

Λίγο αργοτέρα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω όταν γινόμουνα ενηλικός κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.

Κι έγω περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία.

Πρίν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η αντλλαγή των πληθυσμών. Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τουτο εδώ το χωριό.

Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημέμη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοιχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω απο το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο, και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.

Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά νίωθα μια υπέροχη ευωδιά να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσεύχη μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.

Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω απο το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να κατλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πώ σε κάποιον.

Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ΄ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο.

Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς. Τα ανασήκωσα μ’ενα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα απο κάτω ένα μεταλλικό κουτι.

“Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θυσαυρός” σκέφτηκα.

Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπληρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλο και ένα θυμιατήρι που ευωδίαζαν.

“Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε απο αυτό το σπίτι έκρυψαν τον πολύτιμό θυσαυρό τους για να μήνν πέσει σε βέβηλα χέρια”.

Το ίδιο σκ’εφτηκα να κάνω και γω.

Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος απο την οικογένεια που θα μπορούσα να την παραδώσω.

Κι αυτό ήταν το αίτημα μου όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Οι γονείς μου φύγανε απο τη ζωή. Τ’ αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό.

Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας.

Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπεί γυναίκα στο σπίτι μου.

Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν. Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.

Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν.

“Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου” Προσευχόμουνα συνέχεια. Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσερή αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου.

Έβγαλα την εικόνα απο το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε.

“Κάποιον θα στελιλει σήμερα να την πάρει”, σκέφτηκα και κάθισα απο το πρωί στα σκαλοπάτια με περιμένω.

Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος.

Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο απο τα χέρια του γέροντα.

Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του.

Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά.

Αποχαιρετίστηκαν δακρυσμένοι..

Πρίν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι “Πάρτο παιδί μου, του είπε.

Έχει χώμα απο τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του.

==============

 

A TRUE STORY

Elder Haralambos was living the last years of his life with constant nostalgia for his long lost country (his Patrida!).  He thought continuously of his beautiful village near the area of Proussa and his eyes would brim with tears.  He left this life with this sorrow in his heart.  He would often take his grandson, Bobby into his arms and he would tell him about his village.  He would describe in minute details the church, the school where he learned to read and write, and the playground where he used to play.  He would describe in minute detail the house where he was born, was married and where his children were born.  Bobby grew up and was educated in Athens.  However, he always remembered his grandfather…  And one day, he learned that a local travel agency had organized a trip to the area of Proussa.  He considered it his obligation to visit this place on behalf of his grandfather’s memory.  A strong emotion overtook Bobby when he found himself at his grandfather’s village.  First he saw the church, except that now it was a Moslem mosque.  He approach his grandfather’s nearby small cafe … It was closed and the playground was abandoned.  He finally arrived in front of the house…   With a shaky hand he pushed the door opening to  the front court yard.   A little old man was sitting at the steps.  He stood up as soon as he saw Bobby.   “Come, my child, what do you want?” He asked him in Turkish… With the few Turkish words that he learned from his grandfather, Bobby tried to make the old man understand that he came from Greece so he could visit and get to know his grandfather’s village.   As soon as the old man heard Bobby, he jumped up.  He spread his arms wide and embraced Bobby tightly.  “Welcome!” he said to him in Greek.  “I knew you were coming and I was waiting for you!”

Bobby looked at the man and was confused.  The man took him by the hand and guided him into a small room inside the house.  He asked him to sit in the only chair.  He wiped a tear from his face and continued.  I was born in a beautiful little village in Northern Greece, in, Macedonia.  My parents were Moslems and they were farmers.  I was the youngest of my family.  When the others were out in the fields, I was always at my friend’s house Nick (Nikolugi).  Many times I would even sleep over at my friend’s.  His parents loved me and treated me as one of their own children.  They were good people and devout Christians.  The entire family would often go to church regularly at night time and they would kneel in front of the icon of the Panaghia (means greater than all the saints,  Virgin Mary) and pray.  Near by the icon,  there was a small oil lamp  that would burn continuously and next to it was a censor which spread its fragrance of incense to the entire house.   I was in awe with all these things.  Many times I would kneel with them and I would talk to the Panaghia as if I was talking with my mother.  My soul would feel totally at  peace.

One day, Nick’s family went to another small church on a feast day and they took me with them.  I attended the liturgy with full presence of mind and when I saw the faithful approach for communion, I followed them, but my friend’s father held me back.  “Not you, my child,” he told me quietly.  “You cannot receive, because you are not baptized.”  I looked at him with sadness..  “Then I will get baptized” I said to him. A little later, Mr. Demetri (his father) explained to me that we have different faiths, and that my parents would not allow me to be baptized.  If I still desired to, however, I would be able to do it when I would become of age.  So I was anxiously waiting for that day and I continued to pray to the Panaghia.  Unfortunately, I was not able to fulfill my wish.  Before I was of age, there was the exchange of the population between Greece and Turkey.  My parents took me and brought me to this village. It was night time and I was unable to say goodbye to my friend and to my beloved family.  That cost me a great deal.  Twice I tried to run away from home.  My parents would get  annoyed and would lock me up in this room.   I have lived  in this room all these years.         One night, in despair, I kneeled on the floor, just as I did with Nick’s family and with tears, I pleaded with the Panaghia to help me return.  Suddenly my room filled with an indescribable fragrance.  I interpreted that as the Panaghia’s answer to my prayer.   Until now, I smell the fragrance every night when I pray!  At a later time, I began to hear some slow sounding knocking under my bed when I was sleeping.  For an entire year, I could not understand what was happening, nor did I dare tell anything to anyone.   Finally I I had the opportunity to search, on a  day when my entire family went to a wedding at a neighboring village. I looked to see if some plunk of wood was not aligned correctly.  I lifted up the wooden plunk with a sharp pointy item.  Then I saw a metal box.  “Surely some hidden treasure” I thought!  “A shiver went through me when I opened it.  Inside it was an icon of the Panaghia covered in gold, an oil candle (oil lamp) and a censor (one used in the homes) and filled with fragrance.  I thought to myself that the people who left from the house hid their valuable treasure so that it would not fall into sacrilegious hands.”  I decided the same thing.  I will guard the icon until I can deliver it to someone from the family.   I would make this request of the Panaghia each night that I prayed.  Many years have passed since then.  My parents have died.  My siblings were married and established their own homes.  I stayed here alone.  I was guarding the icon of the Panaghia.  I did not want to marry and allow a woman into this house.   All the relatives and other villagers considered me strange and would not come near me.  This suited me fine because they didn’t bother me.  I had the Panaghia to protect me.  Lately I have been feeling weak and frail.

“Do not let me die, My Panaghia, before I hand off your icon into safe hands,” I prayed constantly.  And last night, I had her answer.  Her fragrance stopped.  A cool gentle breeze spread to my soul.  I took out the icon from the box and I thought that the Panaghia smiled at me. “She will send someone to take it today,” I thought;  and I sat on the steps since morning waiting for you!  Now I can close my eyes in peace.      Emotionally moved by the story, Bobby took the holy relic from the hands of the man.  He bent over and kissed the man’s hands and he felt as if he was kissing his grandfather’s hands.  He thanked him with all his heart and they parted with both of them in tears.   Before leaving, the man gave Bobby a small bag. “Take it my child,” he said to him.  “It is soil from your grandfather’s garden.  Put it on top of his grave and his soul will be at peace.

Last Updated on Tuesday, 11 January 2011 16:01  
Copyright © 2018 Hellenic Electronic Center. All Rights Reserved.

Main Menu

MiniCalendar

«  September 2018  »
MoTuWeThFrSaSu
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

HEC Sponsors

greece.org - US Website Sponsor
ehk.gr - GR Website Sponsor

facebook

Polls

Parthenon Marbles
 

Credit or PayPal

Enter Amount: