Hellenic Electronic Center

  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
Home

Πόλεμος στον Αέρα

E-mail Print PDF

Πόλεμος στον Αέρα

Αφιέρωμα στήν αεροπορία μας

Στίς 2 Νοεμβρίου 1940, ο θρύλος τής ιταλικής αεροπορικής παντοδυναμίας διαλύθηκε. Τριάντα ιταλικά αεροπλάνα, πού κατευθύνοντο γιά τήν Θεσσαλονίκη, δέν μπόρεσαν τελικά νά φθάσουν στόν στόχο τους. Επτά ελληνικά καταδιωκτικά επετέλεσαν τήν ημέρα εκείνη έναν άθλο από τούς πιό εντυπωσιακούς στόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έπειτα από αυτό, η Ελλάς, καί στόν τομέα τών αεροπορικών επιδρομών, δέν αντιμετώπισε μέ τόν σκεπτικισμό τών πρώτων ημερών, τήν εξέλιξι τού πολέμου μέ τούς Ιταλούς.

Τό απόγευμα τής 2ας Νοεμβρίου τού 1940, στό αεροδρόμιο Σέδες, γίνεται ο πρώτος συναγερμός. Ο Διοικητής τής Αεροπορίας Διώξεως ειδοποιείται ότι ένας σχηματισμός ιταλικών βομβαρδιστικών κατευθύνεται πρός τήν Θεσσαλονίκη. Ζητεί αμέσως τήν έγκρισι από τήν ΔΑΠ, γιά νά απογειώση τά καταδιωκτικά του. Η έγκρισις (μία γραφειοκρατική λεπτομέρεια πού πολλές φορές είχε δυσμενείς επιπτώσεις στήν δράσι τής ΕΒΑ) δέν άργησε νά φθάση. Τά PLZ τής 22ας Μοίρας άρχισαν νά απογειώνονται μέ τόν εξαιρετικό, γιά τήν εποχή εκείνη, ρυθμό τριών αεροπλάνων κάθε δύο λεπτά. Επτά Ελληνικά καταδιωκτικά ευρίσκοντο στόν αέρα, όταν φάνηκαν στόν ορίζοντα τά εχθρικά βομβαρδιστικά. Ήταν περίπου τριάντα (τά περισσότερα τύπου Κάντυ) καί πετούσαν σέ πυκνό σχηματισμό, μέ προφανή σκοπό νά βομβαρδίσουν τήν Θεσσαλονίκη. Οι πιλότοι τής 22ας Μοίρας έπεσαν επάνω τους χωρίς δισταγμό, καί ως πρώτο αποτέλεσμα τής επιθέσεώς τους ήταν η διάλυσις τού εχθρικού σχηματισμού. Οι βόμβες ρίχθηκαν, πρόωρα καί άσκοπα, καί στήν αερομαχία πού ακολούθησε, παρά τήν αριθμητική καί τεχνική υπεροχή τών Ιταλών, ο εχθρός έχασε τρία αεροπλάνα. Τήν στιγμή όπου η αερομαχία τελείωνε πιά, ο υποσμηναγός Μητραλέξης κυνήγησε μέ τό PLZ του, ένα βαρύ ιταλικό βομβαρδιστικό καί τό ανάγκασε νά τραβήξη νοτιοανατολικά, πρός τό βουνό Χορτιάτης.

Διαπίστωσε όμως ξαφνικά ότι τά πυρομαχικά του είχαν εξαντληθή. Ο εχθρός θά τού ξέφευγε. Πλησίασε λοιπόν αποφασιστικά πίσω του, καί έκανε κάτι πρωτάκουστο. Έκρουσε μέ τόν έλικά του τά πηδάλια ουράς τού ιταλικού βομβαρδιστικού καί τά συνέτριψε. Τό εχθρικό αεροπλάνο αρχίζει νά πέφτη. Πέντε αλεξίπτωτα ανοίγουν καί οι Ιταλοί αεροπόροι κατεβαίνουν σιγά-σιγά στήν μακεδονική γη. Αλλά καί ο Μητραλέξης δέν μπορεί νά κρατηθεί στόν αέρα. Ο έλικάς του έχει παραμορφωθή από τήν πρόσκρουσι. Κατεβαίνει λοιπόν, καί προσγειώνεται σέ κάποιο χωράφι. Ύστερα ψάχνει, βρίσκει τούς Ιταλούς αεροπόρους, τούς φορτώνει σ' ένα αυτοκίνητο καί γυρίζει θριαμβευτικά στήν βάσι του.

Τά ιταλικά βομβαρδιστικά δέν πέταξαν ποτέ πιά, χαμηλότερα από πέντε χιλιόμετρα, καί δέν πλησίαζαν κατά κανόνα περιοχές όπου υπήρχαν ελληνικά καταδιωκτικά. Καί η ελληνική αεροπορική ηγεσία είδε μέ περισσότερη αισιοδοξία τήν κατάσταση.

Εφ. Η Πρόοδος, Χίος, 8.11.1940

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 310)

Τά ονόματά των κατεχωρήθησαν μεταξύ τών ηρώων ...

Τήν ημέραν εκείνην, παρά τήν γενικώς κρατούσαν απόλυτον ψυχραιμίαν, κάποια νευρικότης εξεδηλούτο εις τάς άνωθεν διαταγάς. Ο ορεινός όγκος Ιβάν, τό τρομερόν εκείνο φρουριακόν συγκρότημα τών Ιταλών, ανθίστατο επιμόνως εις τάς εφόδους τών τσολιάδων καί τών φαντάρων μας.

Ισχυρά εχθρικά τμήματα ημύνοντο λυσσωδώς, εις τά ερείσματα τού Ιβάν, όπου υπήρχον μόνιμα καί ημι-μόνιμα οχυρώματα. Τό ελληνικόν πεζικόν, είχε κατά τά δύο τρίτα απωθήσει τόν εχθρόν από τάς κορυφογραμμάς τού όρους Μόροβα, τού οποίου μερικαί κορυφαί εκρατούντο ακόμη από μικρά εχθρικά τμήματα. Εν τούτοις, βορειότερον, ωρισμένα ελληνικά τμήματα είχαν αρχίσει νά κατέρχωνται τά αντερίσματα τής Μόροβα πρός τήν στενωπόν «Τσακόνι», απ' όπου καί διέρχεται η πρός Κορυτσάν οδός.

Η περαιτέρω προώθησις τών στρατευμάτων μας εκρίνετο επικίνδυνος καί η πτώσις τής Κορυτσάς αδύνατος, διότι, εκτός τού ότι η στενωπός εβάλλετο από τά φρούρια τού Ιβάν, συνέβαινε καί τό εξής: Δυτικώς τής Μόροβα καί ακριβώς εις τάς χαράδρας πρό τού Ζέμπλεκ, καθώς καί νοτιοδυτικώς τού Ιβάν, εις Σβένστα, ισχυραί δυνάμεις βαρέος εχθρικού πυροβολικού διεσταύρωναν τά καταιγιστικά πυρά των επί τού στενού Τσακόνι. Όχι άνθρωπος ή όχημα ήτο δυνατόν νά περάση τό στενό καί νά βγή εις τήν Κορυτσάν, αλλ' ούτε κουνούπι!

Φυσικά, ουδείς εδίστασε ν' αποφασίση. Όταν η δύσκολος διά τό πεζικόν μας κατάστασις διεπιστώθη, η Αεροπορία μας εκλήθη νά δώση τέλος εις τήν υπόθεσιν. Αι Μοίραι τών βομβαρδιστικών μας ανέλαβαν υπερηφάνως τό βαρύ φορτίον αυτής τής μεγάλης καί τόσον σημαντικής αποστολής. Τά πληρώματα συνεκεντρώθησαν καί έλαβαν γνώσιν τής αποστολής.

- «Οι φαντάροι, κύριοι, έχουν στρέψει τά βλέμματα πρός τόν ουρανόν ... Περιμένουν νά σάς δούν, κι' ελπίζουν νά τούς ανοίξετε τόν δρόμον πρός τήν Κορυτσάν, πρός τήν οποίαν ο δρόμος καθηγιάσθη μέ τό αίμα των ... ».

Έπειτα, όλοι, ήρεμοι αλλά μέ τά δόντια σφιγμένα, ήνοιξαν τούς χάρτες των, ήκουσαν μέ προσοχήν τήν εξιστόρησιν τής επιχειρήσεως από μέρους τού αρχηγού των, εσημείωσαν τήν περιοχήν όπου, πιθανώς, υπήρχαν αι πυροβολαρχίαι τού εχθρού καί έφυγαν βιαστικοί. ..

Οκτώ ελαφρά βομβαρδιστικά απεγειώθησαν εις δύο ομάδας. Η πρώτη ομάς θά επετίθετο κατά τών πυροβολαρχιών τού Ζέμπλεκ, καί η δευτέρα κατά τής Σβένστα. Διέρρευσαν ώραι μεγάλης αγωνίας. Τό σούρουπον είχε προχωρήσει πολύ, όταν μακρυνοί βόμβοι μοτέρ ηκούσθησαν. Επί τέλους! Έπαυε η αγωνία τής επιστροφής καί ήρχιζε τό μαρτύριον τού μετρήματος ... Ένα προσεγειώθη, δυό, τρία ... Από τήν πρώτην ομάδα καθυστερεί ένα ...

Τά αεροπλάνα τής δευτέρας ομάδος φθάνουν κι' αυτά. Τό μέτρημα ξαναρχίζει. Λείπει κι’ από κεί ένα. Θά επιστρέψουν; Ασφαλώς τό ένα. Γιατί τό άλλο, τό είδαν νά πέφτη, φλεγόμενον αλλά κατερχόμενον κανονικώς, έτσι ώστε πιστεύεται ότι ο χειριστής του θά πρόφθασε νά τό προσγειώση κάπου, καί νά σωθούν από τίς φλόγες ...

Η θλίψις γιά κείνους πού δέν επέστρεψαν, δίδει στήν μεγάλην ικανοποίησιν γιά τήν επιτυχή εκτέλεσιν τής επιχειρήσεως, κάποιον βαρύ καί μελαγχολικό τόνο. Κουρασμένοι, μουδιασμένοι καί μελανοί από τήν παγωνιά, χειρισταί καί πυροβοληταί, αφηγούνται αργά καί χωρίς εξάρσεις τά επιτελεσθέντα ...

- «Δέν εκοπιάσαμε, λέγει ο αρχηγός τής πρώτης ομάδος, νά ανακαλύψωμε τάς πυροβολαρχίας. Ετοιμασθήκαμε γιά τήν επίθεσιν, ενώ τριγύρω μας, αι εκρήξεις τών αντιαεροπορικών οβίδων εδημιουργούσαν σωστή κόλασι. Σάν νά μήν έφθανε αυτό, φάνηκαν καί καταδιωκτικά πού μάς επετέθησαν μέ λύσσα. Φαίνεται πώς απέδιδαν εξαιρετική σπουδαιότητα στίς πυροβολαρχίες εκείνες, γιά νά τίς προστατεύουν τόσο πολύ, μέ αντιαεροπορικά καί μέ αεροπλάνα διώξεως. Ωσ­τόσο εμείς επετέθημεν, ο ενας κατόπιν τού άλλου. Βουτούσαμε μέσα στήν χαράδρα καί, από ύψος 200 έως 300 μέτρων, αφίναμε τίς βόμβες μας. Τρείς φορές «βουτήξαμε» καί ρίψαμε βόμβες, υφιστάμενοι τάς επιθέσεις εχθρικών καταδιωκτικών. Αι επιθέσεις μας ήσαν επιτυχείς πέρα ώς πέρα. Οι βόμβες έπεσαν επάνω στά κανόνια καί στά αυτοκίνητα έλξεως. Δέν έμεινε τίποτε όρθιο ... ».

Καί τής δευτέρας ομάδος ο αρχηγός αφηγήθηκε περίπου τά ίδια. Οι τρομεροί φρουροί τού στενού «Τσακόνι» πού έφρασσαν τήν δίοδον τών ελληνικών στρατευμάτων πρός Κορυτσάν, είχαν καταστραφή από τίς βόμοες τών ελληνικών αεροπλάνων πού εσημείωσαν τήν ημέραν εκείνη, μίαν ωραίαν, μεγάλην καί αξιοσημείωτον νίκην.

Δέν μπορώ νά παραλείψω εκείνο πού μετ' ολίγας ημέρας, διεβίβασε πρός τήν βομβαρδιστικήν μας αεροπορίαν ανώτερος αξιωματικός, μαχόμενος εις τήν πρώτην γραμμήν, καί πού αποκαλύπτει τό μέγεθος τής πραγματοποιηθείσης επιτυχίας.

Τά μεγάλα εχθρικά πυροβόλα εξηκολούθουν νά βάλλουν καταιγιστικώς εναντίον τών στρατευμάτων μας, καί όταν ακόμη διήλθον υπεράνω τών γραμμών μας τά βομβαρδιστικά μας. Ολίγα λεπτά αργότερα, η βροχή τών μεγάλων οβίδων εσταμάτησε. Καί δέν ακούσθηκε πιά τίποτε άλλο ... Φανερόν ότι τά βομβαρδιστικά μας είχαν σιγήσει τάς εχθρικάς πυροβολαρχίας. Ανέφερε δέ ακόμη, ο εν λόγω αξιωματικός, ότι όταν τά αεροπλάνα μας ξαναπέρασαν επάνω από τάς ελληνικάς γραμμάς, τέτοιος ενθουσιασμός συνεκλόνισε τούς φαντάρους, ώστε πήδησαν από τά χαρακώματα μέ ζητωκραυγές καί. .. επέπεσαν κατά τών Ιταλών. Αρκετές ωχυρωμένες θέσεις κατελήφθησαν τότε, μέ τήν αυθόρμητον καί αυτοσχέδιον εκείνην εξόρμησιν τών φαντάρων μας. Πάντως, απ' εδώ λείπουν έκτοτε, τέσσαρες σύντροφοι, ο ανθυποσμηναγός Χήναρης καί ο αρχισμηνίας Κοντίδης, πλήρωμα τού ενός αεροπλάνου, καί ο αρχισμηνίας Αρνίδης μέ τόν επίσης αρχισμηνίαν Δαραβιγκίδη, πλήρωμα τού άλλου μή επιστρέψαντος αεροπλάνου ... Τά ονόματά τους εσβύσθησαν από τόν πίνακα υπηρεσίας αλλά κατεχωρήθησαν μεταξύ τών ηρώων ...

Γ. Λυδίας

Εφ. Η Νίκη, 14.12.1940

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 311-312)

Προσοχή στήν προσγείωση!!!

Πάντα στήν μνήμη μου είναι χαραγμένη η εξής εικόνα:

15 Φεβρουαρίου 1941. Σμήνος καταδιωκτικων αεροπλάνων τύπου Σπίτ-Φάϊρ μέ πιλότους Άγγλους επέστρεφον από εναέρια επίθεση κατά τού εχθρού.

Ένα εξ αυτών τό βρήκαν τά βλήματα τού εχθρού’ μέ τά τηλέμετρά μας φαινόταν καθαρά ότι τό κάτω μέρος τών πλάνων καί η ατρακτος στό σημειον προσγειώσεως ήσαν διάτρητα.

Εδόθη σήμα «προσοχή στήν προσγείωση»!!! Όταν όμως έφθασε στό σημείο γιά προσγείωση, τό σύστημα προσγειώσεως ήτο αδύνατον ν' ανοίξη λόγω βλάβης’ έγιναν 3-4 προσπάθειες γιά προσγείωση, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τότε ο ηρωϊκός Άγγλος πιλότος τού καταδιωκτικού αεροπλάνου Σπίτ-Φάϊρ, φθάνοντας εις τόν τόπον προσγειώσεως, μέ κινητήρα στραμμένο στό έδαφος, έκοψε άβλακα βάθους γής 40-60 cm καί μήκους 10-15 μέτρων. Στό σημείον ακριβώς αυτό, σταμάτησε η αναπνοή μου, όντας βέβαιος ότι ο πιλότος εφονεύθη. Τρέχοντας στό μέρος τής προσγειώσεώς του, ενώ η μούρη τού αεροπλάνου ήτο θαμμένη στήν γή, ο πιλότος στήν θέση του άνοιξε τό παράθυρό του καί χαρούμενος, μέ γέλια, έπινε τήν ωραία μπύρα του!!!! Τόν συνεχάρην γιά τό θάρρος του’ έδειξε τήν αληθινή Αγγλική ψυχραιμία καί θάρρος. Η εικόνα αυτή θά μού μείνει αξέχαστη.

Βασίλειος Σιλεούνης

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 312)

Απ' τόν ουρανό

στόν αγριεμένο Δέβολη ...

Ήταν στίς 20 τού Νοέμβρη 1940, δύο μέρες προτού πέση η Κορυτσά .

.. .Έλληνες καί Ιταλοί παρακολουθούσαν τήν πτώσι τού αεροπόρου μας .

.......................................................................

Όταν έφθασε στά τριακόσια μέτρα πάνω απ' τό έδαφος, καταλάβαμε ότι δέν θά ‘πεφτε πρός τό δικό μας μέρος, αλλά πρός τό ιταλικό καί πάνω-κάτω στίς πρώτες γραμμές τών Ιταλών. Μία τρομερή ανησυχία μάς έπιασε όλους καί ιδίως τούς πεζούς μας πού ‘βλεπαν νά χάνουν τόν άνθρωπό τους, μπρός απ' τά μάτια τους. Τί ευεργετικό θάταν εάν φυσούσε γιά λίγο κανένα βορειαδάκι’ δέν θ' άφηνε νά πέση στά χέρια των «γκλοριόζων» ο άτυχος αεροπόρος. Εν τώ μεταξύ, εκείνος δέν έμεινε αργός. Εκινείτο μέ τέχνη γιά νά λοξοδρομήση στήν πτώσι του καί νά πέση πρός τούς δικούς μας. Αλλά τού κάκου ... Τό αδυσώπητο δράμα έπρεπε νά ολοκληρωθή. Οι Ιταλοί άρχισαν νά βγάζουν κραυγές υστερικής χαράς γιά τήν απροσδόκητη λεία τους ... Ώσπου οί δικοί μας δέν άντεξαν πιά. Ένα στεντόρειο «Αέρα» έκανε ν' αντιλαλήσουν τά γύρω φαράγγια κ' οι ρεματιές, καί μία θυελλώδης έφοδος ξεχύθηκε σάν σίφουνας, πρός τίς πλαγιές τών λόφων όπου ήσαν τά ιταλικά χαρακώματα. Κι' άρχισε μία μάχη γρήγορη κι' αφάνταστα σκληρή. Όλοι οι φαντάροι μας είχαν νοιώσει καλά ότι έπρεπε νά σώσουν τόν αεροπόρο. Τά πολυβόλα θέριζαν τούς σαστισμένους Ιταλούς, ενώ τά κανόνια μου, μέ τρομερές ομοβροντίες, φύτευαν θανατηφόρες «ανθοδέσμες» στίς εχθρικές γραμμές. Επί κεφαλής τού λόχου πού ‘κανε τήν έφοδο, ήταν ο έφεδρος υπολοχαγός Ξ. πούχε αδελφό αεροπόρο. Κι' άν ήταν ο αδελφός του; Τόν είχε πιάσει ίλιγγος σ' αυτή τήν σκέψι’ μά κι' άλλος νά ήταν - εφ' όσον θά ήταν Έλληνας - τό ίδιο τού κόστιζε. Καί μέ τό περίστροφο στό χέρι, πολεμούσε σάν λιοντάρι, ανάμεσα στούς λεβέντες του. Σέ λίγα λεπτά, οι Ιταλοί είχαν σπρωχθή αρκετά πίσω, ντροπιασμένοι καί κουρελιασμένοι. Τό έδαφος όπου θά 'πεφτε ο αεροπόρος μας ήταν πιά ελληνικό, φρεσκοποτισμένο όμως μέ αίμα ηρωικών φαντάρων μας. «Λίγα μέτρα» χώριζαν τόν ουρανοκατέβατο πολεμιστή μας απ' τήν γή ... Γιά μία στιγμή, νομίσαμε ότι θά ‘πεφτε μέσα στόν Δέβολη. Αλλ' όχι! Έπεφτε στήν δώθε όχθη του. Έτρεξε νά τόν υποδεχθή μέ ανοιχτή αγκαλιά εκείνος πού μέ τήν πρωτοβουλία του τόν εγλύτωσε απ' τούς εξευτελισμούς τής αιχμαλωσίας: ο υπολοχαγός Ξ. Όλοι μας παρακολουθούσαμε τήν εξαίσια σκηνή. Σέ λίγο ο Αεροπόρος βρέθηκε στήν αγκαλιά τού Πεζού ...

Αλλά, γιατί τό αγκάλιασμα κρατάει τόσο πολύ; Γιατί οι κοντινοί στρατιώτες πλησιάζουν, περίεργοι καί συγκινημένοι; Τί συμβαίνει; Άν ήμουν πιό κοντά θ' άκουγα:

- «Αδελφέ μου, πολυαγαπημένε, είσαι ζωντανός στήν αγκαλιά μου».

καί θά ‘βλεπα φιλιά καί δάκρυα στ' αγαπημένα πρόσωπα τών δύο αδελφών. Γιατί ο Αεροπόρος ήταν αδελφός τού Πεζού.

Πολλές φορές η Τύχη στά παιχνιδίσματά της, τά τραγικά ή τά ευχάριστα, ξεπερνάει κάθε φαντασία. Ήθελε εκείνο τ' απομεσήμερο νά ρίξη τόν ένα αδελφό στήν αγκαλιά τού άλλου’ αδιάφορο άν ο ένας βρισκόταν στά ριζά τού Ιβάν κι' ο άλλος στό αεροδρόμιο τής Λάρισσας, πρίν λίγη ώρα. Μέ τήν παντοδυναμία της, έκανε τό καπρίτσιο της ...

Ήταν όμως γραφτό, τό δράμα νά τελειώση μέ δράμα κι' όχι μέ χαρά. Οι Ιταλοί έφεραν βαρειά τήν πανωλεθρία τους, τό χάσιμο τής λείας τους καί τήν χαρά τών δικών μας, καί καιροφυλακτούσαν.

Απ' τήν άλλη μεριά τά δύο αδέλφια, μεθυσμένα απ' τήν χαρά τήν αναπάντεχη, ξεχάσθηκαν ολότελα κι' ολόρθα εξακολουθούσαν ν' απολαμβάνουν μέ φιλιά καί χαρούμενες φωνές, τό όμορφο συναπάντημά τους. Δέν βρέθηκε ούτε ένας απ' τούς σαστισμένους απ' τό απροσδόκητο επεισόδιο φαντάρους μας γιά νά τούς κάνη προσεκτικούς. Κι' η καταστροφή ήλθε γρήγορη, όπως γρήγορα έγιναν κι' όλα τά παραπάνω πού εξιστόρησα. Μία βροχή από αναρίθμητους όλμους άρχισε νά ραντίζη τήν νεο-απελευθερωμένη περιοχή καί κυρίως, τό κέντρο της όπου βρίσκοντο τά δυό αδέλφια. Ένας βαρύς όλμος έπεσε πλάϊ τους ...

Κι' ο θάνατος τούς βρήκε αγκαλιασμένους. Καί τά κορμιά τους κύλησαν στόν κατήφορο καί τά δέχθηκε - πάντα αδιάφορος καί παγερός - στά θολά νερά του, ο φουρτουνιασμένος Δέβαλης, γιά νά τά μεταφέρη πρός τά δάση τής Αλβανίας, σφιχταγκαλιασμένα ακόμα, ωσάν νά ζητούσαν γρήγορη εκδίκησι γιά τόν άδικο χαμό τους, εκδίκησι πού δέν άργησε νά πραγματοποιηθή. Σέ λίγη ώρα ολόκληρο τό Τάγμα, σάν τρομερός λαίλαπας, ωρμούσε πρός τά πάνω, ενώ τό πυροβολικό μας είχε μεταβάλει σέ ηφαίστεια τούς λόφους ... Οι Ιταλοί, όσαι γλύτωσαν απ' τήν φωτιά, παραδόθηκαν σέ κοπάδια. Ελάχιστοι βρήκαν τόν δρόμο τής επαίσχυντης φυγής. Μόνο τά έλη τής Μαλίκης καρτέρεσαν τούς μανιασμένους φαντάρους μας.

Η εκδίκηση είχε πραγματοποιηθή. Καί τά δύο αδέλφια, ευχαριστημένα πιά, εξακολουθούσαν τό ταξείδι τους πρός τήν θάλασσα, πρός τήν γαλάζια Αδριατική, πού θά γινόταν, σέ λίγο, τό απέραντο μνήμα τους καί θά ‘στελνε μέ τά γρήγορα κύματά της, τό τραγικό μήνυμα σέ μία χαροκαμένη μάνα πού μάταια θά περίμενε τόν γυρισμό τών παλληκαριών της ...

Αχιλλεύς Τάγαρης

«Ο ΑΡΗΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 313-314)

Αερομαχία υπεράνω τής Χειμάρρας

Η σημερινή ημέρα ξημέρωσε εξαιρετική γιά τόν Στρατό. Είναι τού Ευαγγελισμού. Μάς προσέφεραν εξαιρετική καί αρκετή τροφή, καθώς επίσης μάς εμοίρασαν από ένα πουλόβερ, μία φανέλλα καί κάλτσες. Ήτο η μόνη ημέρα όπου μέχρι τής στιγμής, δέν μάς είχον ενοχλήσει οι Ιταλοί. Είπαμε, φαίνεται, θά εσεβάσθησαν τήν εορτήν. Τό απόγευμα όμως τής ιδίας αυτής ημέρας, παρέστημεν μάρτυρες μιάς σκληρής όσον καί θεαματικής αερομαχίας, άνωθεν τής Χειμάρρας, μεταξύ Αγγλικών καί Ιταλικών αεροπλάνων .

... Θά διήρκεσεν περίπου μίαν ώραν. Ήτο αληθινά, άν σκεφθή κανείς, σκληρός ο αγών, καί μάλιστα, πάνω απ' τά κεφάλια μας. Δέν θά ξεχάσω ποτέ, τό θέαμα τής αερομαχίας αυτής.

Συχνά καί κατά διαστήματα, εβλέπαμε αεροπλάνα νά ταλαντεύονται στόν αέρα γιά λίγο, καί μετά, μέ αστραπιαίαν ταχύτητα νά πίπτουν καθέτως πρός τήν γήν, αφίνοντας πρός τά οπίσω των, νά διαγράφεται ουρά καπνού.

Τότε, παρατηρούσαμε τήν επιδεξιότητα τών αεροπόρων οι οποίοι γιά νά σωθούν, πηδούσαν πρός τό κενόν μέ τό αλεξίπτωτόν των. Εξαιρετικό τό θέαμα αυτό, νά βλέπη κανείς τόν αλεξιπτωτιστή νά πέφτη σιγά-σιγά πρός τήν γήν! ...

Φρικτόν όμως! διότι πλείστοι εξ αυτών εύρισκον τόν θάνατον! Τά είδομεν, δυστυχώς! ... Αεροπλάνα νά πέφτουν πρός τήν θάλασσαν, καί άλλα στά βουνά, καιόμενα! Πλέον τών 15 εις τό διάστημα αυτό αεροπλάνα θά είχον πέσει, τά πλείστα τών οποίων, ανεγνωρίσαμεν, ήσαν ιταλικά, διότι η υπεροχή ήταν καταφανής υπέρ τών Άγγλων’ άλλωστε εγνωρίζαμεν καί τήν δειλίαν τών Ιταλών πολεμιστών.

Επί τέλους καί εδώ, ηττήθησαν οι Ιταλοί!

Γιά μία στιγμήν, είδομεν τά Ιταλικά αεροπλάνα νά εγκαταλείπουν τόν αγώνα καί νά υποχωρούν πρός τήν κατεύθυνσιν από όπου είχον έλθει.

Από τό Ημερολόγιον Πολέμου τού Ευαγγέλου Νικολοπούλου


(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 322)

Οι Άγγλοι βοηθούν στόν αγώνα

Μιά ηρωική μητέρα

Η μητέρα τού λοχίου αεροπόρου Τζών Μέριφηλδ, ο οποίος υπήρξεν ο πρώτος Άγγλος αεροπόρος, όστις έπεσεν υπερασπιζόμενος τήν Ελλάδα καί όστις ετάφη, δημοσία δαπάνη καί μέ εξαιρετικάς τιμάς, τήν 7ην Νοεμβρίου 1940, παρεκάλεσε τήν εν Αθήναις Αγγλικήν πρεσβείαν, όπως εκφράση εις τήν Κυβέρνησιν καί τόν λαόν τής Ελλάδος, τήν βαθείαν ευγνωμοσύνην της διά τάς μεγάλας τιμάς, τάς όποίας απέδωσαν εις τήν μνήμην τού υιού της καί διά τάς διαβιβασθείσας πρός αυτήν εκδηλώσεις συμπαθείας.

Η επιστολή της καταλήγει μέ τήν βεβαίωσιν, ότι «αισθάνεται εαυτήν υπερήφανον, διότι ο υιός της απέθανεν υπέρ τής Ελλάδος»!

Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 2.11.1940.

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 312)

Προκήρυξη τών Ελλήνων στρατιωτών πρός τούς Ιταλούς εισβολείς,

τήν οποία έρριξαν αεροπλάνα μας τήν 30.10.1940

Iταλoί Στρατιώτες …

Γιατί αποχωρισθήκατε τήν χαρούμενη οικογενειακή ζωή σας καί οδηγηθήκατε εδώ, γιά νά καταστρέψετε τήν ζωή σας, πάνω στά ελληνικά βουνά;

Τί διαφορές έχετε νά λύσετε μέ τούς Έλληνες; Μ' έναν λαό πού δέν είναι εχθρός κανενός, αλλά είναι εξ ολοκλήρου αφοσιωμένος σέ έργα ειρηνικά;

Οι ηγέτες σας σάς στέλνουν σ' έναν ΑΔΙΚΟ αγώνα! Ο ΘΕΟΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ!

Λυπούμεθα πού είμεθα αναγκασμένοι νά σάς επιτεθούμε.

Αλλά, πρέπει νά τό κάνουμε, γιά τήν τιμή νά υπερασπισθούμε τήν ΠΑΤΡΙΔΑ μας, τήν οποία, οι άρπαγες ηγέτες σας σάς έσπρωξαν άτιμα, νά υποδουλώσετε χύνοντας τό ίδιο σας τό αίμα.

Ο αγώνας μας είναι ΙΕΡΟΣ. Εσείς, πολεμάτε χωρίς νά έχετε κανένα ηθικό ή νομικό δικαίωμα νά τό κάνετε. Πετάξτε τά όπλα σας καί γυρίστε στόν τόπο σας.

Ανακοίνωση Λάμπρου Κορομηλά

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 307)

Πρό 40 χρόνων…

Προσπαθώντας νά βάλω κάποια τάξη στό αρχείο μου - 54 χαρτοκι6ώτια πού έφερα, γυρίζοντας από τήν Αμερική – ανακάλυψα μέ έκπληξη διαφόρους φακέλλους πού αφορούν τόν επικόν αγώνα τού ‘40, όπως μού τόν περιέγραψαν οι νοσηλευόμενοι στά νοσοκομεία τής Αθήνας, ηρωικοί τραυματίες μας πού τόν έζησαν, απλοί φαντάροι καί αξιωματικοί. Γιά τούς τελευταίους, απηγορεύετο τότε, γιά στρατηγικούς φαντάζομαι λόγους, η αναγραφή τών ονομάτων τους. Μεταξύ αυτών ήταν καί ο ήρως αεροπόρος Γιώργος Τζαμουράνης πού είχε παραμορφωθή τελείως, καί γιά τού οποίου τήν διάσωση υπήρχαν πολύ λίγες ελπίδες. Όταν τελείωσε ο μεγάλος πόλεμος, η Κυβέρνηση τόν έστειλε στήν Αμερική όπου, έπειτα από σειρά αισθητικών εγχειρήσεων στό πρόσωπό του, αλλά καί γυμναστική, ξαναπόκτησε τήν λεβέντικη φόρμα του. Τό περίεργο είναι ότι τόν εγνώρισα στήν Νέα Υόρκη, όπου τιμά πάντα τήν Ελληνική πατρίδα, μόλις έφθασα στήν Νέα Υόρκη’ όμως μού ήταν αδύνατο νά φαντασθώ όχι μόνο πώς τόν είχα γνωρίσει ως τραυματία, αλλά καί πώς μού είχε αφηγηθή τά περιστατικά τού τραυματισμού του. Καί τούτο διότι, όταν τόν είδα τραυματισμένο, τό κεφάλι του ήταν φασκιωμένο καί άκουγα μόνο τήν φωνή του.

Τίς περιγραφές τού πολέμου από τούς ηρωικούς τραυματίες είχα σκοπό νά δημοσιεύσω σέ ξεχωριστό τόμο μόλις θά τέλειωνε ο πόλεμος, τά δέ χειρόγραφά μου επήρα μαζί μου στήν Νέα Υόρκη.

Αλλά, τά… ξέχασα!

Γιά τούς αναγνώστες τής «Νέας Υόρκης», πού μού είναι πάντα «αγαπητότατοι», δίδω σήμερα τό ιστορικό αυτό κομμάτι από τό ανέκδοτο αρχείο μου.

Στό νοσοκομείο τού Ερυθρού Σταυρού, είδα σήμερα έναν ήρωα τραυματία, τόν ανθυποσμηναγό Γ. Τζ. από τήν Πύλο. Μπήκε στήν Σχολή τών Ικάρων τό 1937, καί βγαίνοντας, επήγε αμέσως στό μέτωπο. Είναι ένα ωραίο παλληκάρι, 21 χρόνων, αλλά τό κεφάλι του είναι φασκιωμένο από τά τραύματα, όπως καί τά μάτια του. Γρήγορα όμως, όπως μέ βεβαίωσε ο καθηγητής κ. Χαραμής, θά γίνει καλά καί θά βλέπη. Αλλά τό πρόσωπό του θά μείνη παραμορφωμένο από τά εγκαύματα. Έχουν καεί ακόμα καί τά πόδια του καί τά χέρια.

Τήν στιγμή όπου ανέβηκα στό δωμάτιό του, βρίσκοντο κοντά του τέσσερις συνάδελφοί του στό Στρατηγείο, στούς οποίους αφηγείτο τίς «περιπέτειές του», όπως μέ σεμνότητα χαρακτήριζε τά ηρωικά του κατορθώματα.

Σάς τίς μεταδίδω όπως ακριβώς τίς άκουσα:

Από τήν πρώτη μέρα τών εχθροπραξιών, πετούσα αδιάκοπα στό μέτωπο, όπου έπεσα πληγωμένος στό Ιβάν, στίς 22 Νοεμβρίου. Ένας σχεδόν μήνας πολέμου, αλλά γεμάτος χαρά γιά μάς. Γιατί τόν ζήσαμε εντατικά μέ όλη τήν ψυχή μας καί τήν δύναμη.

Ανήκα σ' ένα σμήνος «παρατηρήσεως». Στίς 22 Νοεμβρίου, έλαβα διαταγή νά προβώ σ' αναγνώριση καί νά κτυπήσω εχθρικά τμήματα στό πεδίον τής μάχης. Πέταξα μέ τόν πιλότο μου κι’ έκαμα τήν αναγνώριση. Αλλά, επειδή δέν συνάντησα τόν εχθρό, πέταξα σύμφωνα μέ τήν διαταγή τού Στρατηγείου πρός τό Ιβάν. Δέν ξέρω γιατί ο επιβλητικός όγκος τού βουνού αυτού τραβά σάν μαγνήτης, τόσο τόν στρατό μας, όπως κι’ εμάς στήν αεροπορία.

Βρισκόμουν σέ ύψος 3.000 μέτρων, όταν ο εχθρός συγκέντρωσε τά πυρά του εναντίον μου. Συνέχισα όμως νά κάνω αναγνώριση, συγκεντρώνοντας πολύτιμες πληροφορίες γιά τόν στρατό μας πού ετοιμάζετο νά κάνη τήν μεγάλη του επίθεση στό φοβερό βουνό. Έξαφνα, άκουσα μίαν έκρηξη, τό αεροπλάνο μου πήρε φωτιά καί άρχισε νά κάνη γύρους μέ ορμή. Προσπάθησα νά πηδήσω, αλλά στάθηκε αδύνατο. Στό τέλος, σέ μία στιγμή όπου τό αεροπλάνο μου είχε πάρει ευνοϊκή θέση, ρίχθηκα στό κενό. Όλα αυτά έγιναν μέσα σέ λίγα δευτερόλεπτα.

Στό μεταξύ, τά ρούχα μου, τά μάτια, χέρια καί πρόσωπο είχαν πάρει φωτιά.

Πέφτοντας, προσπάθησα νά πιάσω τήν λαβή τού αλεξιπτώτου, μά μή βλέποντας, τραβούσα τά λουριά τής πέτσινης φόρμας πού φορούσα. Τρία-τέσσερα ακόμα δευτερόλεπτα καί θά συντριβόμουνα. Ευτυχώς σέ ύψος 400 μόλις μέτρων βρήκα τήν λαβή χειρισμού τού αλεξιπτώτου, τό μηχάνημα άνοιξε καί άρχισα νά πέφτω μέ κάποιο, αργότερο, ρυθμό. Τότε αντελήφθην ότι καιγόμουν ολόκληρος. Άρχισα νά σχίζω καί νά πετώ τά καμμένα κομμάτια τής φόρμας μου, μέ τήν ελπίδα νά σταματήσω τήν φωτιά. Μέσα σ' αυτή τήν κόλασι, έσκυψα καί είδα κάτωθέν μου ένα ποτάμι. Ήταν τό ποτάμι πού χύνεται στόν Δεβόλη, ή «Ποτάμι τού Διαβόλου», όπως τό λένε. Τό πώς κατάφερα ν' απαλλαγώ από τ' αλεξίπτωτό μου, δέν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος! Φαίνεται πώς είχε πιάσει κι’ αυτό φωτιά, γιατί έμπαζε αέρα. Όταν ακούμπησα στήν γή, αισθάνθηκα ένα τράνταγμα σάν νά ‘πεφτα από 10 μέτρων ύψος. Σύρθηκα τότε ώς τήν όχθη τού ποταμού, μά σ’ εκείνο τό μέρος τά νερά ήσαν βαθειά καί τό ρέμα μέ παρέσυρε. Στήν αρχή, άφησα νά μέ παρασύρη, νομίζοντας πώς θά ‘βγαινα στό μέρος πού κατείχαν οι δικοί μας. Μά έπειτα θυμήθηκα πώς τό ρέμα τού «Ποταμού τού Διαβόλου» τράβαγε πρός τήν λίμνη Μαλίκι πού τήν κατείχε ο εχθρός. Τά ‘χασα! Δέν ήθελα μέ κανένα τρόπο νά πέσω ζωντανός στά χέρια τους. Πιάσθηκα λοιπόν από κάτι κλαδιά τής όχθης καί συγκρατήθηκα. Έπειτα συγκέντρωσα όλη τήν δύναμί μου καί βγήκα στήν όχθη. Μά τήν ίδια στιγμή, δέχθηκα χάλαζα από σφαίρες. Έπεσα κάτω από ένα δέντρο. Τά χέρια μου πονούσαν φοβερά από τό κάψιμο καί τό νερό. Προσπάθησα ωστόσο νά πετάξω από πάνω μου τήν πέτσινη φόρμα, τό κράνος καί τήν κάσκα μέ τ' ακουστικά, καί ξαλάφρωσα λιγάκι, μ' όλο πού καταματώθηκα. Κοίταξα γύρω μου, ερημιά! Οι σφαίρες όμως εξακολουθούσαν νά σφυρίζουν πάνω από τό κεφάλι μου. Γιά νά γλυτώσω, μπήκα ξανά στό ποτάμι. Τό μέρος ήταν ξέβαθο καί προχώρησα συρτός. Σάν άρχισε όμως νά βαθαίνη, γιά ν' αποφύγω τίς σφαίρες, έκανα μακροβούτι, βγάζοντας κάθε τόσο τό κεφάλι μου, γιά νά πάρω αναπνοή. Αλλά κουράσθηκα, καί ξαναβγήκα στήν όχθη. Όπως σηκωνόμουν, ακούω «άλτ»!

‘Ησαν Έλληνες! Ο στρατός μας είχε περάσει τήν ίδια μέρα τό ποτάμι, καί προχωρούσε ακατάσχετος. Μπροστά μου βρίσκοντο κι’ όλα δύο άνδρες τής οπισθοφυλακής.

- Μή βαράτε, παιδιά! - τούς φωνάζω, είμαι δικός σας ...

Επλησίασαν, κι’ όταν επείσθησαν γι' αυτό, έκαναν τά πάντα γιά νά μέ βοηθήσουν. Μεταφορικά όμως μέσα δέν υπήρχαν. Ο ένας τους τουλάχιστον, θά ‘πρεπε νά παραμείνη φρουρός στό ποτάμι. Τότε ο άλλος τράβηξε μπροστά κι εγώ τόν ακολούθησα πεζή. Κάναμε έτσι έως χιλίων μέτρων ποδαρόδρομο, ώσπου βρήκαμε ένα άλογο. Ο συνάδελφός μου μέ τοποθέτησε πάνω του κι’ έτσι φθάσαμε σ' ένα χωριό. Είχα παγώσει από τό κρύο. Μού ‘δωσαν άλλα ρούχα κι' έπεσα στό κρεββάτι. Έρριξαν επάνω μου καμμιά δεκαριά κουβέρτες. Σέ λίγο, ήλθε κι' ο γιατρός καί μού ‘δεσε τά τραύματα καί μ’ επήγαν μέ φορείο στό χωριό Καπέτιστα, κι’ από εκεί, μέ αυτοκίνητο στήν Φλώρινα.

Σπύρος Μινώτος

Εφ. Η Νέα Υόρκη, Μάρτιος 1980

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 315-316)

Οι αεροπόροι τών αναγνωρίσεων

Πρίν πέσει βαρυχειμωνιά, ήταν ένα είδος μικρής, καθημερινής, ιεροτελεστίας η παραλαβή τού «ερματισμένου φακέλλου». Στό συμφωνημένο μέρος, τήν ορισμένη ώρα, μερικά στρατιωτάκια, έβγαιναν σ' ένα χωράφι - τό ίδιο πάντα - γιά νά απλώσουν τό «πλαίσιο», ένα μεγάλο, χρωματιστό πανί, όπου ο ουρανός έβρεχε τόν ευλογημένο «φάκελλο»’ μ' άλλα λόγια, ένα τενεκεδένιο κουτί, μέ τό σχετικό βαρίδι - τό έρμα – όπου, μέσα, υπήρχε η αναφορά, τό αποτέλεσμα τής αναγνωρίσεως τού αεροπλάνου συνεργασίας. Τό χρώμα τού πανιού είναι ζωηρό, γιά νά τό βλέπει καλά ο πιλότος, νά κατεβαίνει χαμηλά καί νά ρίχνει μέ ασφάλεια τό κουτί μέ τίς πολύτιμες πληροφορίες του, γιά τίς δυνάμεις τού εχθρού, τίς συγκεντρώσεις του, τίς κινήσεις του, τίς προθέσεις του. Τούς αεροπόρους πού κάνουν αυτή τήν δουλειά, τούς περιποιούνται εδώ, στό μέτωπο σάν τά μάτια τους, ακριβώς, γιατί, χάρη σ' αυτούς, οι διοικήσεις τών μονάδων βλέπουν μέ τί έχουν νά παλαίσουν. Τούς θαυμάζουν επίσης αυτούς τούς αεροπόρους. Μέ πόσες δυσκολίες καί μέ πόσους κινδύνους καταρτίζεται τό περιεχόμενο αυτού τού ερματισμένου φακέλλου! Ο εχθρός δέν κάθεται νά τόν παρατηρούν. Καμουφλάρεται όσο μπορεί. Κρύβεται μέσα στίς χαραδρώσεις καί τίς βαθειές σκιές πού σχηματίζονται μέσα σ' αυτές, κρύβεται στά σύδενδρα, στούς λόγγους, παντού όπου μπορεί νά κρυφθεί. Έτσι, οι αεροπόροι τού ερματισμένου φακέλλου είναι υποχρεωμένοι νά κατεβούν πολύ χαμηλά γιά νά βεβαιωθούν καλά, μολονότι γύρω από τά φτερά τους, καίνε τόν αιθέρα οι οβίδες τών αντιαεροπορικών πυροβόλων.

Είδα ηρωισμούς στήν αεροπορική δράση τών αναγνωρίσεων, πού θά μείνουν χαραγμένοι, γιά πάντα, στήν μνήμη μου.

Σπύρος Μελάς

«ΑΠΑΝΤΑ»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 314-315)

H Αεροπορία μας ... μέσα από τά γράμματα τής εποχής

Ο στρατιώτης Παπαγεωργίου Ιωάννης πρός τήν αδελφήν του.

Αγαπητή Γιαννούλα,

Τήν Δευτέραν, επήγαμε εις μίαν καί μόνην μάχην όπου έλαβε μέρος τό Σύνταγμά μας, καί πάλιν έφυγα μέ αιχμαλώτους. Καλύτερα εις τήν μάχην παρά πίσω. Αλλά τί νά σού γράψω διά τήν μάχην. Τρία ημερόνυχτα επολεμούσαμεν διά νά καταλάβωμεν ένα βουνό ύψους 1700 μέτρων, αλλά τούς νικήσαμε καί καταλάβαμε καί άλλο.

Είχε λάβει μέρος ό,τι πολεμικόν μέσον υπήρχε. Πεζικόν, Σύνταγμα Ευζώνων, Πρώτον Πεδινόν, Ορειβατικόν, βαρύ Πυρ/κόν καί αεροπλάνα’ μόνον τήν νύκτα εκινούμεθα τίς 2 πρώτες ήμέρες’ δέν ακούγαμε τίποτε άλλο εκτός από τό κανόνι καί τόν έλικα τού αεροπλάνου’ είχαμε προχωρήσει έως τήν μέση τού βουνού καί μάς έρριχναν από πάνω, αλλά δέν είχαμε ούτε θύματα, ούτε τραυματίας’ τά πυρομαχικά δέν ανέβαιναν εκεί, τά μεταγωγικά μάς τά έφερναν οι γυναίκες, τά κορίτσια καί τά παιδιά, δέν εφοβούντο καθόλου ...

Επροχωρήσαμε καί ανεβήκαμε επάνω σ' ένα βουνό, μαζύ μέ τούς αιχμαλώτους. Επεριμέναμε ψωμί.

Εφώτισε, εκρυφθήκαμε μέσα στά πουρνάρια, από τά αεροπλάνα φοβόμαστε’ κατά τίς 8½, βλέπουμε από τά ελληνικά σύνορα, μικρά καί μεγάλα αεροπλάνα καί ερχόσαντε επάνω μας’ εφοβηθήκαμε, εκρυβόμαστε καί δέν εκρυβόμαστε, δέν είναι δένδρα μεγάλα εδώ, όλο πουρνάρια είναι.

Λέω σ' έναν υπολοχαγό πού είναι κοντά μου. Δικά μας, είναι; Τί λές, ρέ κουτέ, έχουμε τόσα εμείς, ώστε νά έρχωνται μαζύ; Όσο ερχόσαντε επάνω μας, τόσο μεγαλύτερα εφαινόσαντε, κύριε υπολοχαγέ, τού λέω. Τής νύκτας τήν δουλειά τήν βλέπει η μέρα καί γελάει, τήν δουλειά τήν βραδυνή θά τήν πληρώσουμε σήμερα, τού λέω. Δέν είχαμε αποσώσει τήν κουβέντα μου, καί φωνάζει ο Ταγματάρχης. Σηκωθήτε επάνου ... Σηκωθήκαμε, ήσαν δικά μας. Κατεβήκανε χαμηλά τά μεγάλα καί κάνανε βόλτες. Εφωνάζαμε, εχαιρετάγαμε καί μέ τά καπέλλα’ μετά τί βλέπουμε; Νά πέφτουν τσουβάλια. Μάς είχαν φέρει ψωμί, τί δέν μάς έρριξαν, ψωμί, κρέας, τυρί, κονσέροες, χαλβά, εληές, σοκολάτες, τσάϊ, τσιγάρα, χαρτοφάκελλα κ.λπ. Επάνω εγράφανε «Πολεμάτε μέ θάρρος» η ενίσχυσις εφθασε, εκατοντάδες αεροπλάνα είναι μαζύ σας. Θά νικήσουμε. Εκλάψαμε όλοι από τήν χαρά μας. Εφάγαμε όσο θέλαμε καί αργότερα, ήλθε όλο τό Σύνταγμά μας καί ο υπολοχαγός μέ έβγαλε αποστολή καί έφυγα μέ τούς αιχμαλώτους. Τόν χαιρέτισα καί εγέλαγε. Νά πάς στό καλό, μού λέει, καί νά ελθης πάλι.

Εφ. Η Νίκη, 21.12.1940

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 307-308)

[…]

Γιώργο, χθές ήμουν σκοπός’ λοιπόν έξαφνα, ακούγω μοτέρ αεροπλάνου’ λέγω λοιπόν, ασφαλώς θά είνε ο Γιώργος μας’ ο Γιώργος είνε ένας Έλληνας αεροπόρος πού έρχεται πάντα μόνος, καί κατεβαίνει μέχρι 50 μέτρα καί βάνει κατά τών Ιταλών μέ τό μυδραλιοβόλον. Λοιπόν, ήμουν σέ ένα ύψωμα, όταν βλέπω τόν Γιώργο νά πηγαίνει χαμηλά μέχρις ότου τού έβαλαν τά αντιαεροπορικά’ ξαφνικά κάνει μία απότομον στροφή καί αρχινά νά κατεβαίνει εναντίον τού αντι-αεροπορικού, βάλοντας συγχρόνως’ δρόμο οι Φρατέλλι καί γέλιο λοιπόν εμείς’ άστα, πανηγύρι μέ αυτόν τόν αεροπόρον κάθε φορά πού θαρθεί. […]

Από γράμμα τού Γ. Υψηλάντη

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 309)

Άν μάθης τόν θάνατόν μου, νά μή μέ κλάψης.

Επιστολή αεροπόρου πρός τήν μνηστήν του.

Αγαπημένη μου,

Επί τέλους, κατώρθωσα νά σού γράψω καί πάλι, ύστερα από 15 μέρες. Προχθές, έλαβα τό γράμμα σου πού είναι από τίς 4.12.1940. Τό γράμμα σου, αγαπημένη μου, μαζί μέ τάλλα έλαβε μέρος στήν αερομαχία πρώτα, καί μετά ήλθε στήν βάση μας. Αγαπημένη μου, βρισκόμαστε στόν πόλεμο. Αυτό δέν μέ τρομάζει ούτε τό λαμβάνω υπ' όψιν μου. Μαζί μέ τάλλα τρία αδέλφια μου πού είναι στήν πρώτη γραμμή τού μετώπου, θά πολεμήσω καί εγώ γιά νά μή φθάσει ο εχθρός μέχρι τά ωραία μέρη μας, έτσι δέν είναι, αγαπημένη μου; Προχθές, Μαίρη μου, μού έγραψε ο μεγάλος μου αδελφός, ότι θά καταταχθή κι’ αυτός.«Αδελφέ μου, μόνον νικητή καί από τήν πρώτη γραμμή, σέ θέλω νά γυρίσης’ κι’ αν σκοτωθείς, θά εκδικηθώ τόν θάνατό σου κι’ εγώ, μέ τό αίμα μου. Υπεράνω όλων η Πατρίς! Έτσι θέλω νάναι τ' αδέλφια μου».

Εσύ, αγαπημένη μου, άν μάθης τόν θάνατό μου, μή μέ κλάψης’ κι’ αν η Πατρίς μας νικήση αργότερα, νά λάβης καί σύ μέρος στήν χαρά τής Ελλάδος μητέρας μας. Έτσι θά δείξης κι’ εσύ, ότι είσαι Ελληνοπούλα. Πόσο ήθελα νά σέ είχα κατά τήν διάρκεια τού πολέμου αδελφή μου, γιά να σέ έβαζα αδελφή σέ Νοσοκομείο. Άραγε προσφέρεις τίποτα στήν Πατρίδα; Εργάζεσαι γι' αυτήν; Άν όχι, θά παύσω νά σέ αγαπώ. Ο πόλεμος μάς αγρίεψε. Μόνον θυσίες χρειάζονται. Τουλάχιστον γιά τήν Φανέλλα τού Στρατιώτου, εργάζεσαι; Άν δέν προσφέρεις τίποτα, δέν θέλω νά μού γράψης, καί θά πώ ότι η Μαίρη πέθανε πρό τού πολέμου. Μαίρη μου, Ζήτω η Ελλάς!

Εφ. Η Νίκη. 14.12.1940

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 309)

«ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Πρίν από τό ατύχημά μου, είχαμε καθημερινά αερομαχίες. Σέ μία από αυτές, μαζί μέ τόν σμηνία τόν Αδάμ, ρίξαμε ένα ιταλικό αεροπλάνο, στήν Κρυσταλλοπηγή. Μετά, τά άλλα έφυγαν, καί εμείς αναγκασθήκαμε νά προσγειωθούμε στό Βατοχώρι, σέ μία γκορτσιά (αγριο-αχλαδιά) μέ τήν κοιλιά. Πώς μπορέσαμε! Τί είναι ο άνθρωπος! Βγαίνω από μέσα, ούτε είχα πάρει ιδέα πώς πάθαμε τίποτα.

Χτυπάω τόν Αδάμ στήν πλάτη, καί τού λέω: Πήγαινε εσύ εκεί, κάτω από μία γκορτσιά, εγώ πάω εκεί. Καλά τά καταφέραμε. Τόν χτυπάω στήν πλάτη, βλέπω αίμα στό χέρι μου (φαίνεται από τήν πλάτη του). Τού λέω: «Κοίτα με, έχω χτυπήσει πουθενά;» Μού λέει, Όχι. Τόν κοιτάω, μέ κοιτάει καί βλέπω τήν πλάτη του. Γιά νά μήν τόν φοβήσω, τού λέω: «Είναι η μύτη μου. Πάμε νά χωθούμε κάτω από τά δέντρα, γιατί θά ξανάρθουν οι Ιταλοί: Τό αίσθημα τής αυτοσυντήρησης είναι τόσο έντονο’ εγώ, τό πόδι μου στραβό, ούτε είχα καταλάβει τίποτα. Όταν σηκώθηκε εκείνος, ήταν πρασινοκίτρινος. Είχε εννέα σφαίρες: Δύο σφηνωμένες στό κράνος του, δύο στήν αριστερή κλείδα, καί δέν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα! Μού λέει: «Πιάσε με, θά λιποθυμήσω».

Περάσαμε ένα ποτάμι καί, ευτυχώς, πέρναγε ένα αυτοκίνητο δικό μας καί μάς πήγαν μετά στήν Φλώρινα. Εγώ, είχα ραγίσει τό πόδι μου. Σέ τέσσερις μέρες έφυγα.

Προφορική μαρτυρία Γιώργου Τζαμουράνη

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 316)

Κοιτάω νά δώ, άν έχεις χέρια καί πόδια ...

Όταν εγώ τραυματίσθηκα, νά δήτε τήν νοοτροπία τής Ελληνίδος τής εποχής αυτής!

Η μητέρα μου δέν ήξερε τίποτα, επειδή στίς εφημερίδες δέν έβαζαν ονόματα. Αυτή ήταν στήν Πύλο. Πήγε κοντά σ' έναν πού διάβαζε τήν εφημερίδα του, κι’ εκείνος τότε, σταμάτησε νά διαβάζη. Τού λέει αυτή: «τά ‘μαθα, παιδί μου, όλα». Έλεγε η εφημερίδα πώς θά χάσω τά μάτια μου, θά μού κόψουν τά χέρια, τά πόδια. Αυτή ήταν η τρίτη φορά, οπού τραυματίσθηκα. Μπαίνει η μητέρα μου στόν θάλαμο τού νοσοκομείου’ μού λέει ο μεγαλύτερος αδελφός πώς ήλθε η μητέρα μου. Εκείνη, δέν ξέρει ότι έχω χέρια, πόδια, μάτια (είναι κλεισμένα μέ επιδέσμους). Γυρίζει ωστόσο καί μού λέει: «Δέν πειράζει, παιδάκι μου, γιά τήν Πατρίδα». Αισθάνομαι κάποιον νά μού τραβάει τά σεντόνια. Ρωτάω ποιός είναι. Μού λέει ή μητέρα μου: «Εγώ είμαι. Κοιτάω νά δώ, άν έχεις χέρια καί πόδια».

Προφορική μαρτυρία Γιώργου Τζαμουράνη

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 316)

Ο Κίτσος δέν εγύρισε!

Ένας σμηνίτης, ένας στρατιώτης τής Μονάδος πού επεσκεπτόμην, κρατούσε προσωπικό ημερολόγιο, «πού δέν ήταν δά καί τόσο κακά γραμμένο» .

Ζήτησα νά τό ιδώ. Μού τό ‘φεραν. Τό ξεφύλλισα. Αντιγράφω μερικές γραμμές από μία σελίδα μέ τόν τίτλο «Ο Κίτσος δέν εγύρισε.»

«… Ο ένας μετά τόν άλλον, όλοι, ξαναγύρισαν. Όλοι, έξω από έναν. Ο Κίτσος δέν εφάνηκε ακόμη. Όλοι τόν περιμένομε. Ίσως ν’ άργησε, γιά κάποια μακρυνότερη αποστολή. Μπορεί κάπου νά τόν «έμπλεξαν» καί νά χρειάσθηκε νά πάρη δρόμο, μέσα στίς χαράδρες τής Πίνδου, πετώντας χαμηλά, μέσα κι’ ακόμα κάτω από τά σύννεφα πού βαρειά σέρνονται, θαρρείς, στίς σκληρές βουνοκορφές γιά νά ξεφύγει. Μπορεί, ίσως, κι’ αλλού πουθενά, νά προσγειώθηκε προσωρινά κι’ από στιγμή σέ στιγμή νά φανή στόν ορίζοντα, γυρίζοντας στήν μόνιμη φωληά του. Αλλά η ώρα περνά καί ο Κίτσος δέν φαίνεται. Τέσσερις, τεσσερισήμισυ, πέντε ... Τίποτα στόν ορίζοντα .... Νά, η νύχτα απλώνει τά φτερά της. Τό μισοσκόταδο, σιγά-σιγά, σκεπάζει τόν ουρανό ... Σέ λίγο, τά πρώτα αστέρια διαμαντάκια πού μαρμαίρουν, τρεμοσβύνοντα στό στερέωμα, φαίνονται στόν ουράνιο θόλο .

Η νύχτα ήλθε ... Επτά η ώρα… Οκτώ ... Εννιά ... Δέκα ... Ο Κίτσος δέν εγύρισε!

Κανένας δέν μιλά. Όλοι σκέπτονται τό ίδιο πράγμα. Όμως κανένας δέν τολμάει μέ λόγια, νά διατυπώσει τήν κοινή ωστόσο όλων σκέψι ... Τήν γενική ανησυχία ... Τήν γενική βεβαιότητα. Ο Κίτσος πού δέν εγύρισε, δέ θά γυρίση, ποτέ πιά τώρα ... Τό μεγάλο υπερήφανο πουλί, κάπου πληγωμένο θανάσιμα, θά τέντωσε γιά τελευταία φορά τά φτερά του τά μηχανικά στό διάστημα. Κεραυνοβολημένο από εχθρό μεγαλύτερο, δυνατώτερο, πολυαριθμότερο, κάπου θά ‘πεσε μετέωρο, φλεγόμενο στό διάστημα, προσφέροντας ώς τό τέλος στόν αγώνα, τήν ψυχή τών πιλότων πού τό κυβερνούσαν, τήν ψυχή του ... Ο Κίτσος δέν ξαναγύρισε ... Ο Κίτσος σκοτώθηκε στόν πόλεμο, τόν μεγαλύτερο καί ιερώτερο πόλεμο τής Πατρίδος εναντίον τού μισητοτέρου εχθρού από όλους όσοι στών μακρών αιώνων τήν ιστορία τού Ελληνισμού επεβουλεύθησαν τήν ελευθερία μας. Τόν Κίτσο, δέν θά τόν ξεχάσωμε ποτέ ... »

Π. Μοσχοβίτης, 4.12.1940

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 319)

Ο σταυραητός ο Γιώργος

Ένα απογευματάκι, ενώ είμεθα σχεδόν μπροστά από τήν Κλεισούρα, αντελήφθημεν μίαν αερομαχίαν. Ξέραμε βέβαια, ότι εκείνη τήν ημέρα, δικά μας αεροπλάνα βομβαρδιστικά Πεζετέλ, τά οποία θά κάλυπταν άλλα Πεζετέλ διώξεως, θά έκαναν βομβαρδισμούς εναντίον προκεχωρημένων τμημάτων τού εχθρού. Φαίνεται ότι ενεπλάκησαν σέ μίαν αερομαχία μέ τούς Ιταλούς, καί επί μισή ώρα σχεδόν, τό τί βλέπαμε εις τόν ουρανόν δέν λέγεται. Ήταν πραγματικά ένα σπάνιο φαινόμενο, καί ήταν μία αερομαχία η οποία, ενώ άρχισε από ψηλά, έφθασε στό σημείο νά τήν παρακολουθούμε πλέον τόσο καλά, τόσο έντονα, τόσο ζωντανά, ώστε ήταν σάν ψεύτικη. Είχε διαρκέσει πάνω από μισή ώρα, όταν κάποια στιγμή είδαμε δύο ή τρία αεροπλάνα τά οποία έπεσαν, ένα μπροστά, άλλο ένα δίπλα από τόν ναό εκεί πέρα, πρός τήν Κλεισούρα, καί ένα έπεσε λίγο πρός τά πίσω, πρός τήν Πρεμετή. Είδαμε καί έναν αλεξιπτωτιστή ο οποίος έπεφτε, καί πήγαν τμήματα από τά δικά μας καί τόν έπιασαν. Τό αεροπλάνο αυτό, απ' όπου έπεσε ο αλεξιπτωτιστής, τό είδαμε νά γέρνει κάπως, νά τό εγκαταλείπει κι' άλλος ένας αεροπόρος, καί έπειτα νά πέφτει. Μόλις προσέκρουσε εις τό έδαφος, άρπαξε φωτιά. Ο αεροπόρος έπεφτε σάν βολίδα. Θά ήταν καμμιά πεντακοσαριά μέτρα μακρυά από μάς, καί πήγαμε ολοταχώς, νομίζοντας ότι ήταν Ιταλός, γιά νά τόν πιάσουμε.

Δυστυχώς, αυτός ήταν ο ήρωας ο Σταυραητός ο Γιώργος, ο οποίος, οδηγώντας ένα Πεζετέλ βομβαρδισμού καί έχοντας καί τόν πολυβολητή του παρατηρητή, χτυπήθηκε από ιταλικά αεροπλάνα. Τραυματίσθηκε ο Σταυραητός, αλλά κατώρθωσε νά οδηγήσει τό αεροπλάνο του, καί νά αφήση πρώτα τόν πολυβολητή του νά πέσει εις τίς δικές μας γραμμές σώος καί αβλαβής, ενώ αυτός ο δυστυχής, τήν τελευταία στιγμή, εγκατέλειψε τό αεροπλάνο του’ αλλά δυστυχώς δέν μπόρεσε νά χρησιμοποιήσει τό αλεξίπτωτό του, διότι φαίνεται ότι ήταν τόσο πολύ τραυματισμένος ώστε τόν εγκατέλειψαν οι δυνάμεις κι’ έπεσε.

Ω! τού θαύματος όμως, έπεσε επάνω σέ μία συστάδα, σέ μία πυκνή συστάδα χαμηλών δένδρων, καί δέν έπαθε τίποτε. Τόν βρήκαμε δηλαδή ζεστό, γεμάτον αίμα, καί δέν ανέπνεε. Τόν επήραμε αμέσως από κεί-πέρα, τόν εβάλαμε κάτω καί ειδοποιήσαμε τόν γιατρό από τήν Πρεμετή ο οποίος όμως, διεπίστωσε πλέον τόν θάνατό του.

Τό ίδιο βράδυ, τού κάναμε τήν κηδεία. Εκει, πρίν από τήν Πρεμετή, καμμιά τρακοσαριά μέτρα όπου περνάει ο δρόμος, εκεί, σέ ένα υψωματάκι, στήν στροφή, ανοίξαμε έναν λάκκο.

Τό βράδυ, αργά, διότι έβγαιναν καί μερικά αεροπλάνα ιταλικά, τά βράδυα εκείνα όπου ήταν καί φεγγάρι, καί μάς πολυβολούσαν. Δέν θά ξεχάσω τό περιστατικό αυτό, τήν κηδεία αυτή, η οποία μέ εγέμισε μέ πολλά ερωτήματα, καί μ' έκανε, στήν νεαρή ηλικία όπου ήμουν τότε, νά φιλοσοφήσω λιγάκι, άς πούμε.

Όπως σάς λέω, ήταν αργά τό βράδυ’ στήν εκκλησία είχαν έλθει καί λίγος κόσμος, είμαστε μερικοί αξιωματικοί, οπλίται, είχε έλθει καί ο Σύνδεσμος τής Αεροπορίας τού Β' Σώματος Στρατού, ένας επισμηναγός Λαζαρόπουλος, ο οποίος μάλιστα είπε καί τόν επικήδειο τού Γιώργου τού Σταυραητού. Θυμάμαι λοιπόν, όταν έψαλλε ο παπάς, εκείνο τό «Πάντα τέφρα, πάντα κόνις τά ανθρώπινα», σάς διαβεβαιώ ότι, μέσα στά μύχια τής ψυχής μου, τής ύπαρξής μου, μπήκαν αυτά τά λόγια, καί από τότε τά θυμάμαι.

Όταν τελείωσε ο επικήδειος, τόν επήραμε’ είχε έλθει καί η μουσική τού Σώματος Στρατού, μία μικρή φανφάρα, καί σιγά-σιγά, παιανίζοντας μουσική, μία μάρτσια τού Σοπέν, φθάσαμε εις τόν τόπο όπου θά τόν θάπταμε. Μέ συγκίνηση, κλαίγαμε όλοι’ δέν υπήρχε βέβαια κανείς δικός του’ είχαμε μάθει ότι κατήγετο από τήν Παιανία, καί τόν εθάψαμε εκεί. Βάλαμε μάλιστα, είχαμε ετοιμάσει, ένα σταυρό’ είχα στόν λόχο μου ένα στρατιώτη ο οποίος ζωγράφιζε λιγάκι, καί μέ καλά γράμματα, έγραψε επάνω εις τόν σταυρό, τό όνομά του, τόν βαθμό του καί τήν ημερομηνία ...

Προφορική μαρτυρία Τάκη Τράντα

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 321)

Τό βομβαρδιστικό

Ο Δερβίσης χαμογελάει:

- «Ένα βομβαρδιστικό έχουμε, όλο-όλο, μά τό μασκαρεύουμε γιά νά ξεγελιούνται οι Ιταλοί, όπως γελασθήκατε καί σείς. Μία τό βάφουμε πράσινο, μία γκρίζο, μία τού κολλάμε ψεύτικες έλικες. Άν ρωτήσης τούς Ιταλούς, θά σού πούν ότι έχουμε δέκα αεροπλάνα στήν Κορυτσά, γιατί τούς μπερδέψαμε».

Είναι τόσο ζωντανός ο τρόπος πού περιγράφει τά πράματα, τόσο κωμικές οι γκριμάτσες κ’ οι χειρονομίες πού κάνει, ώστε οι φαντάροι ξεσπούν σέ γέλια καί ξενυχτούν δίπλα του, χωρίς νά τό καταλάβουν.

- «Ζωή νάχης», τού λέει ο Αντώνης καί τόν χτυπά στόν ώμο, «μάς έκανες νά ξεκαρδισθούμε. Έτσι πάντα γελάς, εσύ;»

- «Έτσι βέβαια. Μόνο μία φορά έκλαψα στήν ζωή μου».

- «Πώς τό 'παθες;»

- «Μέσα Νοεμβρίου, τότε όπου σείς πολεμούσατε στήν Μόροβα. Είχαμε βγή νά βομβαρδίσωμε τό Ιβάν, όταν μάς ρίχθηκαν εννέα Φίατ. Μάς έκαναν κόσκινο τήν καμπίνα. Μαζί μου είχα γιά πολυβολητή ένα παιδάκι είκοσι χρονών. Κάποτε τόν ακούω νά μού λέη: «Πληγώθηκα, κύριε σμηναγέ». «Πού;» τόν ρωτάω. «Στό πόδι». Τόν διατάζω ν' αφήση τό πολυβόλο καί νά δέση τήν πληγή του. Γιά ν' αποφύγω τά καταδιωκτικά, χώθηκα κατά τό σύστημά μου, στίς χαράδρες. Ώσπου νά βγούμε από τήν άλλη άκρη τού βουνού, τόν ακούω νά μού λέη: «Έτοιμος, κύριε σμηναγέ». Άμα βγήκαμε στόν κάμπο, μάς επιτέθηκαν πάλι τά καταδιωκτικά. Η μία πίσω από τήν άλλη μάς πετυχαίνουν οι ριπές τών πολυβόλων τους. «Πληγώθηκα, κύριε σμηναγέ» μού ξαναλέει τό παιδί. Κάνω στροφή καί ξαναμπαίνω στίς χαράδρες. «Δέσε τώρα τήν πληγή σου» τόν διατάζω. «Δέν μπορώ», μού αποκρίνεται, «λαβώθηκα βαριά, στήν κοιλιά». Καθώς ήμουν υποχρεωμένος νά προσέχω τά ρεύματα τού αέρα, τίς στροφές τής χαράδρας καί τά Φίατ, δέν κατάφερα ούτε μία στιγμούλα νά γυρίσω τό κεφάλι νά δώ πίσω μου τόν τραυματία. Σέ λίγο, τόν ακούω νά μού ζητάη βοήθεια. «Τί θέλεις, μωρέ;» τού κάνω. «Πνίγηκα στά αίματα, κύριε σμηναγέ. Σώστε με». Άμα είδα πώς η φωνή του εξασθενούσε, συλλογίσθηκα ότι θά ήταν προτιμώτερο ν' αψηφήσω τά Φίατ καί νά τόν πάω γρήγορα στ' αεροδρόμιό μας. Μισή ώρα βάσταξε ο γυρισμός, μά μού φάνηκε ένας αιώνας’ γύρω μου νά σφυρίζουν οι σφαίρες, νά τίς βλέπω νά γαζώνουν τά φτερά μου, καί πίσω μου, ν' ακούω αυτόν τόν δυστυχισμένο νά βογγάη καί πότε-πότε νά φωνάζη «βοήθεια, κύριε σμηναγέ ... μή μ' αφήνετε έτσι». Μά δέν μπορούσα νά κουνήσω από τήν θέση μου. Όταν έπαψε ο βόγγος του, φοβήθηκα μήπως ξεψύχησε καί τόν φώναξα. Δέν έλαβα απάντηση. Τότε κατάλαβα πώς είχε πεθάνει καί μ’ επήραν τά δάκρυα. Σάν έφθασα στό αεροδρόμιο καί τόν έβγαλα από τήν καμπίνα, νεκρό, οι συνάδελφοί μου μέ βρήκαν νά κλαίω σάν μωρό.

Άς είναι ... αυτά πέρασαν! Καθίστε τώρα, νά σάς πώ τό λούσιμο πού έδωσε ο Ντούτσε στόν Τσιάνο, μόλις έπεσε η Κορυτσά ...

Χρ. Ζαλοκώστας

«ΠΙΝΔΟΣ»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 318)

Η φοβερώτερη ημέρα τής ζωής μου .

Η 18η Δεκεμβρίου τού 1940 θά μείνη ανεξάλειπτη στήν μνήμην μου, ως η φοβερώτερη ημέρα τής ζωής μου. Δέν είχα καλά-καλά φθάσει στό σπίτι τής αναρρώσεώς μου, καί νά, πέντε «Σαβόϊα» πάνω από τό κεφάλι μου.

[...] Τέλος πέρασαν τά αεροπλάνα, εβομβάρδισαν τό κέντρον τού χωρίου καί εξηφανίσθησαν. Μπήκα στό σπίτι. Βόμβος αεροπλάνων καί πάλιν, μέ έκανε νά σηκωθώ. Τρέχω έξω. Περπατάω μέσα στό χιόνι μέχρι τό γόνατο. Ήλθαν πάλι τά αεροπλάνα. Έπεσα κάτω. Νέα απαίσια συρίγματα, νέοι τρανταγμοί τού εδάφους. Εκεί όπου καθόμουν, σκέφθηκα. Τί θέλω πού τρέχω; Νά ψήνωμαι στόν πυρετό καί νά τρέχω στά χιόνια; Μά εγώ, θά πεθάνω από τήν εξάντλησιν. Άς καθίσω μέσα στό σπίτι, καί ό,τι γίνει, άς γίνει. Νέοι βόμβοι αεροπλάνων. Νέα τραντάγματα τής Γής. Τό χωριό εβομβαρδίσθη από δυσμών πρός ανατολάς.

Κάποτε θά σταματούσαν. Αλλά δέν σταματούσαν. Κοντεύει τό μεσημέρι. Μέσα στό σπίτι, ήταν ένας Ιταλός αιχμάλωτος. «Γκρέκο» μου λέγει. Μού ζήτησε νερό. Πήγα καί τού έφερα. Τροφή δέν είχα φάει τίποτε. Αλλά δέν θυμόμουν ότι πεινούσα. Η σκέψις μου ήταν, άν θά γλύτωνα από τήν Κόλαση αυτή τού Γκολεμίου. Μέσα, ήταν σακκίδια μέ ψωμί. Έκοψα λίγο. Έφαγα καί τό άφησα. Αλλά, πάλι οι Δαίμονες τού ουρανού. Βγαίνω έξω.

Ήσαν πέντε «Σαβόϊα» τρικινητήρια. Η κατεύθυνσις ήταν από Νότον πρός Βορράν. Ήσαν δύο δεξιά μου, δύο αριστερά μου, καί τό πέμπτον πάνω από τό κεφάλι μου. «Ε! τώρα, είπα, Βασίλη, δέν τήν γλυτώνεις». Έκαμα τήν προσευχήν μου, παρεκάλεσα τόν Θεόν νά μέ σώση καί αυτήν τήν φοράν. Πάλι τό απαίσιο σύριγμα πάνω μου. Αλλά τί εγινε; Θαύμα μήπως; Οι βόμβες, αντί νά πέσουν πάνω στό κεφάλι μου, όπως περίμενα, έπεσαν περί τά 100 μέτρα αριστερώτερα, στήν δυτικήν άκρη τού χωριού. Αργότερα, σκέφθηκα ότι εβομβάρδισε τό αριστερά ευρισκόμενον αεροπλάνο. Άν εβομβάρδιζε τό κεντρικόν, τότε θά έπεφταν πολύ πλησίον μου, άν δέν έπεφταν επάνω μου. Είδα τά σπίτια νά τινάζωνται στόν αέρα. Ευχαρίστησα τόν Θεόν, κι’ εκάθησα λίγο νά συνέλθω. Εις τό μαρτυρικόν αυτό χωρίον, τά ζώα πού ευρίσκοντο μέσα σέ σταύλους, έτρωγαν τά ξύλα τών σταύλων γιά τροφή. Σκέφθηκα: τί έφταιγαν τά άμοιρα αυτά ζώα γιά τίς αμαρτίες τών ανθρώπων; Διότι, πρέπει νά σημειώσω, παρ' όλην τήν φοβερήν τραγωδίαν πού περνούσαμε. τά συναισθήματα στοργής δέν μάς εγκατέλειψαν. Έξω στό χιόνι, παρατηρούσαμε μικρές λίμνες σάν αίμα. Στήν αρχή, νομίσαμε ότι ήταν αίμα σκοτωμένων ζώων. Αλλά δέν ήταν αίμα. Ήσαν τά ούρα τών ζώων, πού εφαίνοντο σάν αίμα καί επέτειναν τήν φρίκη τού Πολέμου.

Μπήκα ξανά στό σπίτι. Αφού, καί τήν φοράν αυτήν, τήν εγλύτωσα, σκέφθηκα ίσως νά τήν γλυτώσω καί πάλιν. Νέοι βόμβοι αεροπλάνων, νέα συρίγματα, αλλά τώρα ... συνήθισα. Η ελπίδα ποτέ δέν εγκαταλείπει τόν άνθρωπον. Πάντα ελπίζει. Πάντα προσεύχεται. Τό μεσημέρι σταμάτησαν οι βομβαρδισμοί. Ηρέμησα κάπως. Έπεσα, καί δέν θυμάμαι άν κοιμήθηκα. Τό απόγεμα, ο ήλιος συνέχιζε νά βλέπει τίς βαρβαρότητες μεταξύ τών ... χριστιανών. «Έλα» μού είπε ένας στρατιώτης. «Πάμε στήν άκρη τού χωριού, έχει κάτι βραχάκια». Πήγαμε. Υπήρχαν μερικά βραχάκια πού δέν είχαν χιόνι. Ο Ήλιος έγερνε πρός τήν δύσιν του. Χαρήκαμε, γιατί μέσα στό χιόνι φαίνεται ο άνθρωπος. Μέσα στά βραχάκια, είναι κάπως δύσκολο. Λίγο πιό κάτω, περνούσε μία χαράδρα σέ μίαν απόσταση 150 μέτρων από τήν θέσιν μας, νοτίως τού χωριού. Μία παρέα εύθυμη, πιό κάτω από εμάς, συζητούσε μέ εύθυμο τόνο. Εγώ, έλεγε ο ένας, θά ανοίξω ένα χαράκωμα καί θά μπώ μέσα, κάθε πού βλέπω αεροπλάνο. Καί άλλα παρόμοια. Η παρέα αυτή πρέπει νά ήταν ημιονηγοί τού ορειβατικού πυροβολικού τής Μεραρχίας μας. Αλλά σέ λίγο, νά, περνούσαν τρία βομβαρδιστικά. Ήσαν μάλλον «Φίατ» δικινητήρια. Περνούσαν κατά μήκος τής χαράδρας, από δυσμάς πρός ανατολάς. Εις τό ύψος όπου βρισκόμεθα, έρριψαν τίς βόμβες των. Άν θέλετε νά μάθετε, νά πληροφορηθήτε τίς εντυπώσεις από τήν απόστασιν αυτήν ήταν σάν ... απαίσια ... γαυγίσματα σκύλων τής Κολάσεως. Γαύ, Γαύ, Γαύ. Καί συνέχισεν ο απόηχος τών κινητήρων τών αεροπλάνων. Δόξα τώ Θεώ, είπα πάλι μέσα μου, βομβαρδίζουν τίς χαράδρες. Τά τρία «Φίατ», μετά τόν βομβαρδισμόν, συνέχισαν τήν πορείαν των πρός Ανατολάς.

Αλλά ... παράξενον. Τό ένα γύρισε πίσω. Τί νά συμβαίνει άραγε; Καί δέν πετούσε κατά μήκος τής χαράδρας πάλιν, αλλά ευθείαν, κατά πάνω μας. Νέες προσευχές. Νέες παρακλήσεις στόν Θεό νά μάς λυπηθή καί νά μάς σώση. «Σώσε μας, Θεέ μου, καί αυτήν τήν φοράν», έλεγα. Είχα ξαπλώσει εις τόν αριστερόν αγκώνα καί έβαζα τό κεφάλι μου, όσο μπορούσα, σέ μία μικρή κοιλότητα τού βράχου, πού είχε. Ένας συνάδελφός μου πού ήταν κοντά, μέ ρωτά: «Πού είναι»; «Πάνω από τό κεφάλι μας, τού λέγω. Μή μιλάς». Δέν είχα τελειώσει τήν φράσιν μου, καί πάλι τό δαιμονικό σύριγμα τού θανάτου. Γιά μιά στιγμή, νόμισα ότι τό πάν εχάθη. Φοβερός κρότος βούλωσε τά αυτιά μας, καί ταυτοχρόνως, οι αγωνιώδεις επικλήσεις τών στρατιωτών πού ευρίσκοντο λίγα μέτρα κάτω από εμάς. «Ώωωωωχ! Ώωωωωωωχ! Μάννα μου! Μάννα! Μάννα!». Ο δεξιός μηρός μου είχε δεχθή κτύπημα τών αερίων. Τό πόδι μου είχε μουδιάσει.

Καί γιά νά μή παραλείψω τίποτε από τήν απαισίας μνήμης σκηνήν αυτήν, πρέπει νά σημειώσω ότι δέν είναι σχήμα λόγου τό λαϊκόν λεγόμενον πού εκφράζει τήν ακουσίαν ακράτειαν ούρων, τίς φοβερές αυτές στιγμές. Νόμισα ότι τό πόδι μου είχε θραυσθή. Κίνησα τό γόνυ καί είδα ότι τά οστά δέν είχαν πάθει τίποτε. Μέσα στήν στρατιωτικήν κυλότα μου αισθάνθηκα αίμα. Αίμα, είπα μέσα μου. Αίμα! Τότε, είμαι τραυματίας! Γιατί, παρ' όλην τήν τραγικήν κατάστασιν, τό ένστικτον τής αυτοσυντηρήσεως λειτουργούσε. «Μήν κινηθή κανείς!» Ακούσθηκε η φωνή τού Ταγματάρχου:

Από τό σημείον όπου ευρισκόμουν, έβλεπε τά ατυχή θύματα τής θηριωδίας τού Ιταλού αεροπόρου. Η ενέργειά του δέν ήταν απλώς υπηρεσιακόν καθήκον, αλλά πρωτοβουλία. Μάς είδε κοντά στούς βράχους, καί ωραία θηράματα, θά σκέφθηκε. Έρριψε τήν εναπομείνασαν βόμβαν του σ’ εμάς, σκιρτών από χαράν γιά τό κατόρθωμά του. Από τούς τρεις στρατιώτες πού εβλήθησαν, ο ένας έκειτο ακίνητος - νεκρός. Ο άλλος προσεπάθει νά σηκωθή, καί διαρκώς έπεφτε καί κατρακυλούσε. Ο τρίτος παρέμεινε μέ τήν επίκλησιν: Μάννα! Μάννα! Μετά λίγης ώρας παρέλευσιν, η φωνή τού Ταγματάρχου: «Γρήγορα, τούς τραυματίες.» Όλοι σηκώθηκαν. Σηκώθηκα κι’ εγώ νά φύγω’ απευθυνόμενος σέ μένα: «Εσύ, δέν έχεις συναδελφική αλληλεγγύη;» μέ ερώτησε. - «Είμαι καί εγώ τραυματίας, κύριε Ταγματάρχα», τού απήντησα. Μέ κύτταξε μέ απορία. «Πήγαινε στό ορεινό χειρουργείο», μου είπε.

Από τό Ημερολόγιο Πολέμου τού Βασιλείου Μητροκόλλια

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 319 έως 321)

 

 

 

Copyright © 2006-2007 HEC
All Rights Reserved

Last updated: 8 August 2007

Last Updated on Tuesday, 23 March 2010 14:00  
Copyright © 2019 Hellenic Electronic Center. All Rights Reserved.

Main Menu

MiniCalendar

«  May 2019  »
MoTuWeThFrSaSu
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031 

HEC Sponsors

greece.org - US Website Sponsor
ehk.gr - GR Website Sponsor

facebook

Polls

Parthenon Marbles
 

Credit or PayPal

Enter Amount: