Hellenic Electronic Center

  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
Home

Η ΑΙΓΛΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΜΑΣ

E-mail Print PDF

Η ΑΙΓΛΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΜΑΣ

Τό θαύμα τής Νίκης

... Τό Πολεμικό Ναυτικό, σ' αυτόν τόν πόλεμο, άνοιξε πρώτο τήν πόρτα τής δόξας στά ελληνικά όπλα.

Είναι καιρός νά ‘ρθεί στό φώς µ' όλες τίς λεπτομέρειες, αυτή η παρασιωπημένη κι' αγνοημένη δράση, πού άν δέν έχει, παρά μονάχα εδώ κι' εκεί, τήν λάμψη καί τά πυροτεχνήματα τών ηρωισμών τού προσκηνίου, αποτελεί όµως ένα δεύτερο έπος γεμάτο αφανείς µόχθους, κινδύνους, κρυφές αγωνίες, σιωπηλές θυσίες κι' αβράβευτους ηρωισμούς.

Τό θαύμα έγινε, μέσα σ' αυτές τίς δύο πρώτες εβδομάδες, πού θά ‘κριναν τόν πόλεμο. Η έκπληξη τών ξένων παρατηρητών στάθηκε μεγάλη: « Η ταχύτης τές ελληνικής κινητοποιήσεως κατά τάς πρώτας εβδομάδας - γράφει ο Κόμπτον Μάκ Κένζη - καί τής μεταφοράς τών στρατευμάτων εις τό μέτωπον, ήτο πραγματικώς αξιοθαύμαστον κατόρθωμα». Οι Έλληνες, πρίν νικήσουν τόν Ιταλό, είχαν νικήσει τόν χρόνο.

Κύμα ιλίγγου είχε ξεσηκώσει τούς εφέδρους.

Αφήνοντας τά πάντα, έφευγαν από τά χωριά τους μέ ιδιωτικά μέσα κι' απίθανες ταχύτητες στά επιστρατευτικά κέντρα καί στίς μονάδες τους. Τά περισσότερα απ' αυτά τά ποτάμια τού χακιού, πού σχηματίζοντο αστραπιαία, πλημμύριζαν αμέσως τά καράβια. Ο πολεμικός µας στόλος έγινεν ο πρώτος συντελεστής σ' αυτό τό θαύμα τής νίκης τού χρόνου.

Σπύρος Μελάς

«Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ '40»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 296)

Από τό ημερολόγιο ενός αξιωματικού

Μυτιλήνη, 6 Νοεμβρίου.·

Συγκέντρωση αξιωματικών. Αύριο φθάνει η νηοπομπή. Μοιράζονται τά καθήκοντα. Προσδιορίζονται τόποι επιβιβάσεως. Καθορίζονται ώρες επιβιβάσεως. Μού ανατίθεται η υποχρέωση φόρτωσης τών μεταγωγικών μάχης. Ογδόντα ζώα μέ τήν τροφή τους. Σανός σέ µπάλες αποθηκευμένες στόν Πύργο Βασιλίσσης μέσα στό Κάστρο τών Γατελούζων, τού οποίου κρατώ τό κλειδί. Όλοι πρέπει νά ‘μαστε έτοιμοι.

7 Νοεμβρίου. Τά βαπόρια είναι αραγμένα απ' τά χαράματα στίς θέσεις τους, μέσα στό λιμάνι. Τά μεταγωγικά τάγματος πρέπει νά φορτωθούν απ' τά πρώτα. Κουβαλούμε τά σανά. Ύστερα αρχίζει τό φόρτωμα τών κτηνών. Κι’ αυτά ξεκινούν στόν πόλεμο νά υπερασπίσουν τήν Πατρίδα. Είναι µία απ' τίς πιό κουραστικές δουλειές, γιατί ο «Φρίντων» έχει αράξει στήν μέση σχεδόν τού λιμανιού. Στίς πέντε τ' απόγευμα, τό υλικό είναι φορτωμένο. Αρχίζει η επιβίβαση τών ανδρών. Η μάννα τού Βερνάρδου κλαίει καί χτυπιέται, γιατί παίρνω τόν γυιό της.

Ανεβαίνουμε στήν γέφυρα. Σέ λίγο, ένα-ένα τά βαπόρια, ανοιγόμαστε στ' ανοιχτά.

8 Νοεμβρίου. Πρωί. Ξημερωνόμαστε καταμεσίς στό γαλάζιο Αιγαίο, πού περιμένει τό φώς τού ηλίου. Ο μεγάλος όγκος τού Άθωνα μπροστά στά μάτια µας.

Ένα-δύο αεροπλάνα τρέχουν επάνω στήν θάλασσα καί κάνουν κύκλο γύρω µας. Ο φόβος τών υποβρυχίων είναι πάντα ζωντανός. Μά αυτόν, δέν τόν νοιώθουν οι φαντάροι. Ο θαλασσινός αγέρας έχει κοκκινίσει τίς φάτσες τους. Φωνάζουν γιά φαγί. Ο Ταγματάρχης στρώνεται σέ µία καρέκλα πάνω στό κατάστρωμα. Φωνάζει τόν κουρέα νά τόν ξουρίσει. Ο κουρέας, ζαλισμένος απ' τήν θάλασσα, πιάνει μέ δισταγμό τά ξουράφια του. Δέν ξέρει αν θά τά καταφέρει. Ξαφνικά, αφού έκανε τήν σαπουνάδα, αρχίζει τήν δουλειά του καί παίρνει κουράγιο. Ένα τσούρμο φαντάροι έχουν μαζευθεί εκεί γύρω καί κάνουν χάζι. Τώρα θά κόψει τόν λαιμό τού ταγματάρχη καθώς κουνιέται τό πλοίο. Μά δέν γίνεται τίποτα. Ο Ταγματάρχης σηκώνεται φρέσκος-φρέσκος καί δίνει ένα τάληρο στόν κουρέα. Ύστερα μού γνέφει νά κατεβούμε κάτω. Γυρεύει τά μπαγκάζια του, γιά νά φορέσει τό κοντογούνι του. Ο υπηρέτης τού ανοίγει τό κιβώτιο εκστρατείας. Διαγωνίως βρίσκεται ένα σπαθί.

- Αυτό, είναι γιά τήν παρέλαση στήν Κορυτσά. Μού λέγει καί μού κλείνει τό µάτι πονηρά.

Θανάσης Παρασκευαΐδης

«ΒΟΡΕΙΟ ΜΕΤΩΠΟ»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 296)

Νηοπομπή στά ... Βουνά τής Νίκης!

Κεντρικόν Λιμεναρχείον

Θεσσαλονίκης

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ υπ' αριθ. 61

Εντελλόμεθα όπως ο παρ' ημίν Ανθυποπλοίαρχος Λιμεν. Ξενοφών Αντωνιάδης, επί κεφαλής τών Υποκελ. Β' Λιμ. Γ. Τσιτιρίδου, ναυπηγού Ι. Οικονόμου καί ναυτών αρμεν. λιμ. Ι. Γκουζάνη (56228) καί Ι. Αλιμπράντη (54131) συνoδεύση μέχρι ΟΧΡΙΔΟΣ τά εκεί αποστελλόμενα πετρελαιοκίνητα σκάφη «ΑΗΣ ΓΕΩΡΓΗΣ» «ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΕΞΑ» καί «ΕΘΝΟΣ»

Τήν υπηρεσίαν ταύτην ο ειρημένος Ανθυποπλοίαρχος θέλει εκτελέση κατά τάς ως έχει λάβει διαταγάς τής Γ' Ανωτέρας Στρατιωτικής Διοικήσεως, μετά δέ τό πέρας τής αποστολής ν' αναφέρη ημίν σχετικώς.

Εν Θεσσαλoνίκη, τή 3η Δεκεμβρίου 1940

Ο Κ. Λιμενάρχης

(Τ. Σ.) Ν. Θαλασσινός

Πλοίαρχος Λιμενικός

Κοινοποίησις:

Υποπλ. Τσικρίκην, Ανθ/ρχον Αντωνιάδην, Σηµ. Αντωνόπουλον

Ήταν ένα πρωινό τού πολεμικού Δεκέμβρη, όταν έφθασε στό Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης μέσω τής Ν. Δ. Ο. μία διαταγή τής Γ' Ανωτέρας Στρατ. Διοικήσεως πού διέτασσε τήν μεταφορά τριών πετρελαιοκινήτων μικρών σκαφών στήν λίμνη Οχρίδα, µέ τόν σκοπό νά χρησιμοποιηθούν εκεί σέ στρατιωτικές επιχειρήσεις. Χωρίς αναβολή, ξεκίνησε τό καταδιωκτικό τού Λιμεναρχείου καί γύρισε τό μεσημέρι, συνοδεύοντας τρία μικρά π/κ, διαλεγμένα μέσα από ολόκληρο τόν αλιευτικό στόλο τής Αρετσούς καί τής Νέας Κρήνης, πού ήλθαν καί πλεύρισαν στήν προβλήτα, αριστερά τού Λιμεναρχείου. Ήταν μακρύ καί παράξενο τό ταξείδι πού είχαν νά κάνουν καί έπρεπε νά προετοιμασθούν ανάλογα. Τ' άλµπουρα καί τά κοράκια τους κόπηκαν, γιατί αλλοιώς δέν θά περνούσαν από τά τουνέλλια. Όταν σκάφος καί μηχανή βρέθηκαν εν τάξει άρχισε η φόρτωσή τους. Η δουλειά αύτη δέν έπρεπε νά γίνη ημέρα, γιατί οι Ιταλοί σπάνια μάς άφιναν ήσυχους όσο διαρκούσε τό φώς. Ευτυχώς πού η καλή τους συνήθεια νά µή μάς ενοχλούν μετά τήν δύση τού ηλίου μάς άφισε όλο τό καιρό νά κάνουμε τήν δουλειά µας τήν νύχτα κάτω από ένα ολόγιομο Δεκεμβριανό φεγγάρι. Ένα-ένα, τά καΐκια µας τά άρπαζε ο γερανός καί φέρνοντάς τα επάνω, από τά ειδικά ανοιχτά βαγόνια πού είχαν προωθηθή ώς εκεί, τά απίθανα μαλακά στήν προετοιμασμένη, µέ δοκούς καί τσουβάλια άµµου, θέση τους. Καί ύστερα τά δέσαμε καί τά σιγουράραμε από όλες τίς μεριές. Τό προσωπικό τής αποστολής ήταν από νωρίτερα έτοιμο. Ένας ναυπηγός, ένας υπαξιωματικός καί μερικοί ναύτες τού Λιμεναρχείου καί τά πληρώματα τών καϊκιών πού είχαν επιταχθή μαζί µέ τά σκάφη τους. Επί κεφαλής είχα τήν τύχη καί τήν ευχαρίστηση νά τεθώ εγώ, µέ τήν εντολή νά τά παραδώσω έτοιμα γιά καθέλκυση στήν αρμόδια στρατιωτική υπηρεσία στό Αλβανικό χωριό Στάροβα πού κείτεται στήν όχθη τής Οχρίδος λίγα χιλιόμετρα ανατολικά τού Πόγραδετς.

Ο συρμός ξεκίνησε κατά τίς 9 τό βράδυ. Στό Πλατύ προστέθηκαν τά βαγόνια µέ τά τρακτέρ καί τά πακτοφόρα πού θά χρησίμευαν γιά τήν μεταφορά τών καϊκιών πέρα από τήν Φλώρινα καί στήν δύναμή µου προστέθηκαν οι ανάλογοι στρατιώτες οδηγοί καί συνοδηγοί. Ξημερωθήκαμε στό Όστροβο κι' αργά τό απόγευμα φθάσαμε στήν Φλώρινα. Σ' ολόκληρη τήν διαδρομή τά καΐκια µας αποτέλεσαν τόν στόχο τής περιεργείας τών φαντάρων πού ύστερα από τήν πρώτη έκπληξη ενθουσιάζοντο από τόν υποτιθέµενο σκοπό τού ταξειδίου καί ξεσπάγαν σέ ζητωκραυγές γιά τό Ναυτικό καί τόν Στόλο µας. Ποτέ ασφαλώς ψαράδικο καΐκι δέν εσήκωσε στούς αδύνατους ώµους του τέτοια τιμή, νά ζητωκραυγάζεται στ' όνομά του ολόκληρος ο πολεμικός στόλος. Καί τά δικά µας καΐκια, λές κι’ ενοιωθαν τήν μεγάλη τιμή, ταξείδευαν υπερήφανα μέσα στά δάση καί τά φαράγγια τής Β.Δ. Ελλάδος. Στήν Φλώρινα, πήρα από τό Β' Ρυθμιστικό Κέντρο διαταγές γιά τήν περαιτέρω πορεία καί τό άλλο πρωί έγινε η μεταφόρτωση τών καϊκιών από τό τραίνο στά πακτοφόρα. Η δουλειά αυτή στάθηκε ένα από τά επιτυχέστερα σημεία τής αποστολής, γιατί μία εργασία πού προϋπόθετε άρτια τεχνικά μέσα, έγινε στήν ανάγκη µέ τά προχειρότερα καί απλούστερα όργανα. Ένα σύσπαστο μέ δύο στύλους αντικατέστησαν τόν γερανό. Κυλίσθηκε ώς εκεί τό βαγόνι, κοτσαρίσθηκε τό καΐκι καί µέ τήν βοήθεια τών φαντάρων, κρεμάσθηκε γιά λίγο στό κενό. Γρήγορα-γρήγορα έφευγε τό βαγόνι, λυνόταν η γραμμή κι' ερχόταν στήν θέση της τό πακτοφόρο. Μάϊνα η αλυσίδα καί τό καΐκι καθόταν στό στρωσίδι του. Ερχόταν μετά τό τρακτέρ καί τραβούσε τό φορτωμένο πακτοφόρο μακρυά. Στρωνόταν πάλι η γραμμή, ερχόταν τό άλλο βαγόνι κι' η δουλειά συνεχίσθηκε μέχρις όπου καί τά τρία καΐκια φορτωμένα στά πακτοφόρα τους, δεμένα καί στερεωμένα όσο γινόταν καλύτερα, παρατάχθηκαν στόν δρόμο τού σταθμού έτοιμα γιά εκκίνηση. Αυτοκίνητο γιά τήν μεταφορά τού προσωπικού καί τών καυσίμων δέν κατορθώσαμε νά αποσπάσουμε κι' έτσι πήραμε τήν απόφαση εμείς μέν νά πάμε πεζή ώς τήν Στάροβα, τά δέ απαραίτητα καύσιμα τών τρακτέρ νά μεταφερθούν σέ κάρρα τού στρατού.

Καί τήν ίδια μέρα, μόλις σουρούπωνε, κάτω από μία ψιλή βροχή, η πιό παράξενη νηοπομπή τού πολέμου κινήθηκε γιά τό μεγάλο ταξείδι της. Ήταν ένα θολωμένο παγερό σούρουπο τού Δεκέμβρη καί τό βουνό πού είχαμε ν' ανεβούμε έπιανε τά 1500 μέτρα. Στήν αρχή, προχωρούσαμε κανονικά. Πιό ψηλά όµως η βροχή έγινε χιονόνερο κι' ακόμη ψηλότερα ένα παχύ χιόνι άρχισε νά σκεπάζη μέ τό λευκό σάβανό του τά πάντα καί τούς πάντας. Δυσκολίες κι' εμπόδια άρχισαν νά προβάλλουν από παντού. Οι μηχανές σταματούσαν, οι ρόδες ντεραπάριζαν επικίνδυνα καί τά μουλάρια σταματούσαν αποκαμωμένα. Οι φαντάροι μουσκεμένοι προσπαθούσαν νά κρυφθούν στά ελάχιστα κενά πού άφιναν στά πακτοφόρα οι καμπύλες τής γάστρας, πλώρα καί πρύμα, καί μείς προσπαθούσαμε πότε-πότε νά ξεκουρασθούμε δίπλα στόν Οδηγό τού τρακτέρ, όπου όµως αντί γιά ανάπαυση απολαμβάναμε ένα ξεθεωτικό αδιάκοπο τράνταγμα καί µιά φοβερή ανατριχίλα απ' τά ακίνητα πόδια µας πού κολυμπούσαν στά παγωμένα νερά της αρβύλας. Όµως σέ λίγο τό κακό παράγινε. Μία άγρια καταιγίδα ξέσπασε, κι' ένας μαινόμενος αέρας έκανε νά ουρλιάζουν τά σχοινιά, καί νά τρέμουν στό ύψος τους τά καΐκια, ενώ δίπλα µας έχαιναν απειλητικές τεράστιες χαράδρες πού φάνταζαν απύθμενες μέσα στήν άγρια νύχτα. Ύστερα από λίγη πορεία μέσα σ' αυτήν τήν κοσμοχαλασιά, μία μηχανή έπαθε ζημιά καί γλυστρώντας, τό τρακτέρ παράσυρε τό πακτοφόρο στό χαντάκι. Τό καΐκι ταλαντεύθηκε κάμποσο στό ύψος του κ’ ύστερα ακούμπησε στήν πλαγιά τού βουνού χωρίς, ευτυχώς, ζημιές καί σπασίματα. Όμως εκείνη τήν ώρα ήταν αδύνατο νά τραβηχθή από άλλο τρακτέρ, καί βλέποντας τόν κίνδυνο νά πάθουμε χειρότερα, αποφάσισα τήν προσωρινή εγκατάλειψί του. Καί τά βάσανα συνεχίσθηκαν. Τό χιόνι πιά µάς είχε φθάσει ώς τήν µέση καί τά τρακτέρ µέ κόπο έσκαβαν τό βαθύ αυλάκι γιά νά περνούν οι ρόδες τών καροτσιών πού, σέ κάθε σχεδόν στροφή, γλυστρούσαν έτσι πολύ πού άν δέν βάζαµε τίς πλάτες µας γιά στήριγμα, θά ήταν ευκολώτατο νά κυλήσουν στό χάος, παρασύροντας µαζί καί σκάφος καί τρακτέρ. Συχνά ο δρόμος κοβόταν από σταματημένα φορτηγά αυτοκίνητα πού είτε γιατί είχαν πάθει κάποια ζημιά, είτε γιατί δέν είχαν αλυσίδες στίς ρόδες τους, είχαν μισοχωθή μέσα στό χιόνι περιμένοντας καί τήν εξ ύψους βοήθεια. Η συνάντησή τους σήμαινε γιά μάς μεγάλη καθυστέρηση, γιατί έπρεπε νά ελευθερώσουμε τόν δρόμο διαθέτοντας ένα από τά τρακτέρ µας, πράγμα πού κόστιζε αρκετές μανούβρες. Καί η νηοπομπή σακατεμένη προχωρούσε μέσα στήν στεριανή φουρτούνα. Προχωρούσαν τά καΐκια δαρμένα απ' τούς βουνίσιους ανέμους, φορτωμένα χιόνι ώς τίς κουπαστές, προχωρούσαν οι ναύτες τυλιγμένοι στίς κουβέρτες, ασυνήθιστοι στά χιόνια κι' όμως ανθεκτικά καρτερικοί, προχωρούσαν τά μουλάρια, τρεκλίζοντας πάντα καί σέρνοντας τόν ακαθόριστο όγκο τών καροτσιέρηδων καί τών βαρελιών καί προχωρούσαν οι ηλικιωμένοι ψαράδες τών καϊκιών µας, αμίλητοι, ακούραστοι κ' υπομονετικοί.

Όταν τό πρώτο θαμπό χειμωνιάτικο φώς φώτισε τήν σαβανωμένη έκταση πλησιάζαμε στήν κορυφή Βίγλα, 1.500 μέτρα ύψος. 12 ολόκληρες μαρτυρικές ώρες είχε κρατήσει ώς εκεί η πορεία µας. 12 ολόκληρες ώρες παλεύαμε μέ όλα τά στοιχεία τής φύσεως γιά νά φθάσουμε μουσκεμένοι ώς τό κόκκαλο, παγωμένοι κι' εξαντλημένοι ώς τήν κορυφή τού Πισοδερίου. Η ημέρα µάς έδωσε καινούργιο κουράγιο καί κατηφορίσαμε μέ σχετική ευκολία, τήν απόσταση ώς τό χωριό Πισοδέρι, όπου φθάσαμε κατά τό μεσημέρι. Καταναλώσαμε τήν υπόλοιπη ημέρα σέ επισκευές, ανάκτηση δυνάμεων καί τό άλλο πρωί, μέ τήν βοήθεια ενός λαμπρού ηλίου καί ενός συνεργείου χιονο-καθαριστήρων, τραβήξαμε καί τό τρίτο καΐκι ώς τό χωριό. Στό Πισοδέρι, μείναμε λίγες ημέρες μέχρι νά επισκευάσουμε τίς ζημιές µας καί νά αντικαταστήσουμε τό αχρηστευμένο τρακτέρ. Απ' τό χωριό µάς έμεινε η ανάμνηση εκείνου τού μικρού μαγαζιού στήν άκρη τού κεντρικού δρόμου, πού μέ τό νά είναι καφενείο, εστιατόριο καί ξενοδοχείο μαζί, συγκέντρωνε στήν μικρή σάλα του όλους τού κυνηγημένους από τόν βορηά καί το χιόνι φαντάρους καί βούϊζε από τίς φωνές τους σάν μελίσσι κι' ανάδινε µία ζεστασιά χνωτισμένη καί αποπνικτική όπου ήταν ωστόσο χίλιες φορές προτιμώτερη απ' τό παγωμένο ξεροβόρι πού θέριζε έξω από τήν πόρτα του. Όταν όλα ετοιμάσθηκαν, κατηφορίσαμε γιά τό Ανταρτικό, όπου καί περάσαμε τήν νύχτα µας.

Ιδιαίτερη εντύπωση μού έκανε η άφθαστη γραφικότητα τής φιλοξενίας ενός γέροντα προεστού πού μού πρόσφερε τό πρωινό τσάϊ, στό αρχοντικό του, ανάμεσα στό νανουριστικό βούϊσµα τής σαΐτας καί τού αργαλειού πού δούλευαν οι γυναίκες τού σπιτικού, κάτω από τό άγρυπνο µάτι τής πρωτοδουλεύτρας αρχόντισσας. Όµως στό ξεκίνημα, µέ περίμεναν καινούργιες δυσκολίες. Οι μηχανές τών τρακτέρ ήταν καί πάλι παγωμένες καί τά πετρέλαια κρυστάλλωναν σάν σταλακτίτες μόλις έβγαιναν απ' τό στόμα τού βαρελιού. Αναγκασθήκαμε ν' ανάψουμε φωτιά κάτω απ' τίς μηχανές γιά νά μπορέσουν νά πάρουν µπρός. Ο επόμενος σταθμός ήταν η Κρυσταλλοπηγή, όπου φθάσαμε αργά τήν νύχτα. Η κρυσταλλοπηγή ήταν πρώτα ο ακραίος σταθμός τών συνόρων µας. Λέω πρώτα, γιατί τήν ευτυχισμένη εποχή όπου περνούσαμε εμείς, η Ελληνική ξιφολόγχη κυνηγώντας τόν επιδρομέα είχε κόψει τίς αλυσίδες πού χάραζαν τήν μεθοριακή γραμμή. Οι λιγοστοί κάτοικοι τού χωριού παρακολουθούσαν μέ μεγάλη απορία τά καΐκια μας, μή ξέροντας ακριβώς περί τίνος επρόκειτο. Όπως έμαθα ήσαν αρκετοί πού γιά πρώτη φορά έπαιρναν ιδέα τού πλωτού μέσου από τό αντίκρυσμα τλων καϊκιών εκείνων. Ο γυιός μάλιστα τού Προέδρου –πού τόσο πρόθυμα μάς φιλοξένησε- ενθουσιάσθηκε κυριολεκτικά μέ τά πράγματα καί µέ τήν στολή τού ναυτικού - καί τό πήρε απόφαση (ποιός ξέρει άραγε άν τού δόθηκε η ευκαιρία νά πραγματοποιήση τό όνειρό του) νά καταταγή στό Ναυτικό, πρός μεγάλη έκπληξη τής μικρής αδελφής του πού ήταν αδύνατο νά καταλάβη τί είναι η θάλασσα. Τό πρωί, τό ίδιο μαρτύριο τών παγωμένων μηχανών µάς στοίχισε καινούργια καθυστέρηση καί τήν αχρήστευση ενός ακόμη τρακτέρ πού στάθηκε αδύνατο νά τό αντικαταστήσουμε, παρά τίς τηλεφωνικές εκκλήσεις µου στήν Φλώρινα.

Ξεκίνησα λοιπόν µέ τά δύο καΐκια, φυλάγοντας προσεκτικά τό τρίτο σ' ένα επιτηρούμενο υπόστεγο καί υπολογίζοντας σέ μία γρήγορη επιστροφή. Σέ λίγη ώρα, γεμάτοι συγκίνηση κι' ενθουσιασμό, πατήσαμε τό απελευθερωμένο χώμα. Νά, τά σημάδια τής μεθορίου. Νά, τό φυλάκιο τών ακριτών καί, απέναντι πιό κάτω, τό γεμάτο συνθήματα καί εικόνες τέως φυλάκιο τών Ιταλών, διάτρητο από τίς σφαίρες. Τήν νύχτα δέν σταθήκαμε πουθενά.

Οι εξαντλητικές προσπάθειες τού ξεπαγώματος τών μηχανών καί οι καθυστερήσεις μού έγιναν μαθήματα, καί πήρα απόφαση νά μήν σταθούμε άν δέν αράξουμε στόν προορισμό µας. Τόνισα στούς στρατιώτες πώς ήσαν τόσα πολλά όσα οι συνάδελφοί τους προσέφεραν στό μέτωπο ώστε η δική µας προσπάθεια νά μήν αποτελή παρά μίαν ελάχιστη συμβολή στό μεγάλο τους έργο. Καί άρχισε έτσι μία εξαντλητική πορεία νύχτα καί μέρα, γεμάτη εμπόδια καί δυσκολίες. Έπρεπε νά ξεκαθαρίζουμε τόν δρόμο µας από τά πεσμένα ή χωμένα οχήματα, έπρεπε νά παραμερίζουμε μπροστά σέ κάθε φάλαγγα αυτοκινήτων πού μάς προλάβαινε κάθε τόσο, έπρεπε νά οδηγούμε έκθετοι μέσα σέ μία παγωνιά πού τήν γνώρισαν καλά µόνον όσοι έζησαν εκεί πάνω, κι' έπρεπε ακόμη περπατώντας, νά τρώμε καί κλεφτά νά κοιμώμαστε γιά λίγες στιγμές τήν ημέρα στίς άδειες γωνιές τών πακτοφόρων. Περάσαμε τήν Καπέτιστα, τήν Μπίγλιστα καί τό Τσαγκόνι καί ξαποστάσαμε γιά λίγες στιγμές στό Ποτγκόργιε, στό σπίτι ενός πονηρού καί καχύποπτου Αρβανίτη πού μάς έφαγε ολόκληρη τήν διαθέσιμη ζάχαρη γιά νά μάς ζεστάνη ένα μπουγέλο τσάϊ. Όσο πλησιάζαμε στό τέρμα µας, τό κανόνι τού μετώπου ακουγόταν όλο καί πιό καθαρά. Ερημωμένα τοπεία, σπασμένα δέντρα, πεταμένα συρματοπλέγματα, σκόρπιοι κάλυκες καί χίλια δύο άλλα πράγματα έδειχναν πώς από παντού είχε περάσει ο πόλεμος. Τήν άλλη μέρα, μπήκαμε στήν ζώνη τών επιχειρήσεων. Αποτινάξαμε κάπως τήν κούραση καί τήν υπνηλία γιά νά ανταποκριθούμε στήν περίσταση κ' οι ναύτες µας ανέσυραν τίς κολλαρίνες καί τούς πιλίσκους απ' τόν σάκκο. Καμαρωτά καί λικνιστά τά καΐκια µας προχωρούσαν πρός τόν σκοπό τους, προκαλώντας τίς ενθουσιώδεις ζητωκραυγές τών πυροβολητών µας πού σκαρφαλωμένοι στίς πλαγιές ξεφύτρωναν κάτω από τά καμουφλαρισμένα αντίσκηνά τους γιά νά μάς χαιρετίσουν σάν έναν παράξενο καί λίγο ακατανόητο σύντροφο, στίς σκληρές ώρες τους. Όσοι μάς πρόφταιναν στόν δρόµο, ζητούσαν εξηγήσεις καί νέα. Ήξευραν μέ λεπτομέρειες τά κατορθώματα τού Ναυτικού µας καί έβρισκαν ευκαιρία νά ξεσπάσουν σέ μάς τόν ενθουσιασμό τους.

Τσεράβα. Πλησιάζουμε στίς πρώτες γραμμές καί οι κίνδυνοι αυξάνουν. Κάθε τόσο τραβούμε στήν άκρη καί κρύβουμε πρόχειρα τά τρακτέρ, καί σκορπίζουμε ύστερα στά χαντάκια, γιατί χωρίς σειρήνες καί συναγερμούς ξεπροβάλλουν τ' αεροπλάνα τού εχθρού. Στήν Λέσνιτσα, µέ κάλεσαν απ' τήν Μεραρχία καί μού συνέστησαν νά μή κατέβω ηµέρα, τήν κατωφέρεια πού μέ χώριζε απ' τό χωριό Στάροβα. Γιατί οι Ιταλοί ήσαν ακριβώς απέναντι, στό Τραπεζοειδές - όπως λεγόταν - καί θά έβλεπαν ασφαλώς τό παράξενο κομβόϋ πού συνώδευα. Ποδίσαμε λοιπόν λίγα μέτρα πρίν από τήν μπούκα τής κατωφέρειας, σ' έναν αυχένα πού μάς έκρυβε περίφημα από τά µάτια τών Ιταλών. Κάτω ανοιγόταν πανοραματικά ο κάμπος τής Οχρίδος, σ' ένα θέαμα πού άλλες εποχές καί µέ άλλες συνθήκες, θά ήταν πραγματικά εξαίσια. Ίσα στό βάθος ξεχώριζαν τά σπίτια τής Στάροβας καί δυτικώτερα τό Πόγραδετς, τό ακραίο προπύργιό µας. Μέ τό σούρουπο, κατηφορίσαμε. Σάν βγήκαμε στόν κάμπο, ήταν νύχτα πιά. Σβυστά τά φώτα τών τρακτέρ καί ούτε τσιγάρο αναμμένο. Μόνο ο ρόγχος τής μηχανής καί τό τρίξιμο τής ρόδας ακουγόταν μέσα στήν γαλήνη τής παγερής νύχτας. Κάπου-κάπου ένα σφύριγμα κ' ύστερα ο γδούπος τής εκρήξεως. Ένας προβολέας Ιταλικός σάρωνε κατά διαστήματα τόν κάμπο καί τό κρύο, τό ανατριχιαστικό φώς του μάς πέρασε ξυστά μία-δύο φορές χωρίς νά μάς αντιληφθή. Στό πλησίασμά του οι αναπνοές σταματούσαν γιατί η ανακάλυψή µας θά μάς στοίχιζε ασφαλώς πολύ δυσάρεστα επακόλουθα. Προχωρούσαμε στά τυφλά καί μέ πολύ κόπο ανακαλύψαμε τόν δρόμο τού χωριού μέσα στήν λευκή απεραντοσύνη πού ισοπέδωνε χαντάκια καί φράκτες.

Όταν έφθασα στό χωριό, ήταν πολύ προχωρημένη η ώρα. Κοπίασα πολύ μέσα στό πηχτό σκοτάδι, ν' ανακαλύψω ζωντανό άνθρωπο. Πάντως όταν τόν ανεκάλυψα, είχα τήν εντύπωση πώς φέραμε σέ αίσιο πέρας, ένα καλό έργο.

Τό πρώτο μέρος τής αποστολής είχε τελειώσει αισίως. Τώρα, έπρεπε νά φροντίσω γιά τό τρίτο καΐκι. Καί πήρα πίσω τόν δρόμο τής επιστροφής.

Ξενοφών Α. Αντωνιάδης

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 297 έως 300)

 

Τό μέτωπο πανηγυρίζει τήν νίκη

Τό κατόρθωμα

Μερικοί Δωδεκανήσιοι , εκκινήσαντες έκ τινος ελληνικού όρμου, απεβιβάσθησαν εις µίαν τών δώδεκα ελληνικών νήσων, συνέλαβον ολόκληρον τήν φρουράν τού φυλακίου τών καραμπινιέρων μετά τού οπλισμού των, επετέθησαν κατόπιν κατά τού ναυτικού φυλακίου τής ιδίας νησίδος, µέ αποτέλεσμα τόν φόνον ενός βαθμοφόρου καί δύο Ιταλών ακόμη, καί επέστρεψαν μετά τών αιχμαλώτων των εις τό σημείον τής εξορμήσεώς των. Ιδού είς ακόμη ηρωισμός από τούς αναριθμήτους τούς οποίους οι Έλληνες γράφουν εις τάς σελίδας τής νέας ιστορίας των. Αι δώδεκα Ελληνικαί νήσοι είναι Ελληνικαί καί τό κατόρθωμα τών Ελλήνων Δωδεκανησίων εις τό χώμα τής πατρίδος των, ενθουσιάζει καί συγκινεί πάσαν ελληνικήν καρδίαν.

Εφ. Ο Τύπος, 19.11.1940

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 301)

Μνημόσυνον

υπέρ αναπαύσεως τής ψυχής τού ιταλικού στόλου.

……………………………………………………….

Πάρε µας, Χάρε, τήν καρδιά, φαρµακωμένε Χάρε.

Εχάσαµε τόν στόλο µας. Πάει τό νόστρα µάρε ...

………………………………………………………..

Εις τόν βυθόν τής θάλασσας ο στόλος µου κοιμάται

Πάρτε στιλέτα Ιταλοί, καί στήν κοιλιά βαράτε.

Θάλασσα, πικροθάλασσα, µ’ έκανες άνω κάτω

μού πήρες τά καράβια µου καί τά ‘στειλες στόν πάτο

Θάλασσα, από όλα τά νερά καί τά ποτάμια πίνεις

καί μένα ’νε τόν φουκαρά ήσυχο δέν αφίνεις.

Εφ. Η Καραβάνα (Όργανο τής Φανταρίας), 25.1.1941

Έκδοση Νίκου Μεταξωτού

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 301)

«Παπανικολής»

Στίς 24 Δεκεμβρίου, έγινε καί στήν θάλασσα μία σημαντική ελληνική επιχείρηση: τό υποβρύχιο «Παπανικολής», μέ κυβερνήτη τόν πλωτάρχη Ιατρίδη, έστησε παγίδα σέ μεγάλη ιταλική νηοπομπή. Είχε κατορθώσει νά αιχμαλωτίσει, τό προηγούμενο βράδυ, ένα μικρό ιταλικό βενζινόπλοιο πού έπλεε πρός τόν Αυλώνα: Από τό πλήρωμά του, πέντε άνδρες, πήρε τίς πληροφορίες πού τού χρειάζοντο γιά τά εκεί ναρκοπέδια καί τόν ανάμεσά τους δίαυλο. Μέ τά στοιχεία αυτά, γιά βάση, ο «Παπανικολής» έστησε τό καρτέρι του. Τό μεσημέρι τής 24ης Δεκεμβρίου, φάνηκε νά έρχεται η νηοπομπή από τήν Ιταλία. Ήταν δώδεκα μεγάλα μεταγωγικά, πού τά συνόδευαν έξι αντιτορπιλλικά καί δεκαπέντε αεροπλάνα. Τό ελληνικό υποβρύχιο έλαβε στόχο, έρριξε τίς τρείς τορπίλλες του στήν σειρά. Τρία μεταγωγικά 15 έως 20.000 τόννων χτυπήθηκαν καί βούλιαξαν. Τά ιταλικά αντιτορπιλλικά ρίχθηκαν αμέσως στόν «Παπανικολή», τόν κυνήγησαν, τού έρριξαν βόµβες βυθού στό σημείο όπου είχε καταδυθή καί στόν δρόμο του, τό υποβρύχιο όμως κατόρθωσε, άν καί μέ αδιάκοπα τραντάγματα από τίς εκρήξεις, νά ξεφύγει.

Άγγελος Τερζάκης

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-1941»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 302)

Ούτε αναπνοή νά μή πάρουν

Χαλδαίου Ζαχαρούλα, παντοπωλείον Ηλία Μπρέντη, Δερβενακίου καί Γυθείου, Πειραιεύς,

πρός Νικόλαον Δαβάκην, ναύτην µηχανικόν, Ν. Μονάς 591.

Μέχρι τώρα, δέν άκουσα κακό γιά τό Ναυτικό. Μάλλον διάβασα πώς κάποιο υποβρύχιο πού φέρει τό όνομα «Παπανικολής», µέ τόν ηρωικό κυβερνήτη Μίλτωνα Ιατρίδη, ετορπίλλισε τρία εχθρικά καράβια γεµάτα Ιταλούς στρατιώτας. Δέν φαντάζεσαι, Νίκο µου, τήν χαράν, μή τούς αφίνετε, Νίκο, νά ησυχάσουν, ούτε στιγμή. Ούτε αναπνοή νά µή πάρουν. Κυνηγήστε τους όσο μπορείτε περισσότερο. Μή τούς αφίνετε, όπως ακριβώς δέν τούς αφίνει ο στρατός στό μέτωπο. Πρέπει νά νικήσωμε, οπωσδήποτε. Πρέπει νάρθη η Νίκη νά φτερουγίση πάνω απ' τά ιερά ελληνικά εδάφη ...

Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 27.1. Ι 941

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 302)

Είσθε η ψυχή τού υποβρυχίου

Αδελφοί Λούκου, Πειραιεύς,

πρός τούς κ.κ. αξιωματικούς, υπαξιωματικούς καί ναύτας υποβρυχίου «Παπανικολής».

Τηλεγράφημα:

«Πρός εσάς τούς γενναίους πού είσθε η ψυχή τού ηρωικού υποβρυχίου τό οποίον φέρει τό όνοµα τού δοξασμένου πυρπολητού τού ‘21 Παπανικολή, σέ σάς πού στήσατε μέ τό καταφερθέν πλήγμα κατά τού εχθρού νέα θαλάσσια τρόπαια καί εγράψατε νέας σελίδας δόξης καί θαυμασμού εις τήν ένδοξον ιστορίαν τού Βασιλικού µας ναυτικού, απευθύνομεν, πλήρεις συγκινήσεως καί χαράς, θερμότατα συγχαρητήρια καί ευχόμεθα ίνα πραγματοποιήσετε καί νέα ισάξια κατορθώματα, δοξάζοντες τήν αθάνατον Πατρίδα µας. Ζήτω τό Βασιλικόν ναυτικόν».

Εφ. Ελεύθερον Βήμα 2.2.41

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 303)

Ατρόμητοι καί ακούραστοι στόν μεγάλoν αγώνα

Πλάϊ στήν μεγάλη εποποιία πού συνθέτουν, από τήν αρχή τού πολέμου, τά ηρωικά κατορθώματα τού στρατού µας καί τού Βασιλικού Ναυτικού, οι θαλασσόλυκοι τού εμπορικού µας στόλου γράφουν μίαν άλλη εποποιία, εξ ίσου αξιοθαύμαστη καί ηρωική. Ακούραστοι στόν µόχθο, ακατάβλητοι στούς κινδύνους, ανεξάντλητοι σέ θάρρος καί σέ αυτοθυσία, οργώνουν τίς θάλασσες, νύχτα καί μέρα, προσφέροντας τήν αληθινά ανεκτίμητη συμβολή τους στόν Ιερό αγώνα τού Έθνους. Ελάχιστοι ξέρουν, μέ λεπτομέρειες, τό μέγεθος τής συμβολής αυτής. Αλλά όλοι τό διαισθανόμεθα. Είναι γνωστό τό τί σπουδαιότατο ρόλο - ρόλο πρωταρχικής σημασίας - παίζουν οι πολεμικές μεταφορές τής θαλάσσης στήν διεξαγωγήν ενός συγχρόνου πολέμου. Όπως είναι εξ ίσου γνωστό τό τί κινδύνους αντιμετωπίζουν καθημερινώς οι μεταφορές αυτές - κινδύνους πού πολλαπλασιάσθησαν μέ τήν γενική τελειοποίησι τών ναυτικών επιθετικών όπλων, αλλά καί ειδικώτερα, μέ τήν ραγδαία εξέλιξι τής πολεμικής αεροπορίας.

Είναι άπειρα τά ηρωικά επεισόδια τής εποποιίας αυτής. Άς αναφέρουμε ένα: Σμήνος εχθρικών αεροπλάνων επετέθη, πρό ημερών, εναντίον πετρελαιοφόρων πού μετέφερον πολεμοφόδια καί τρόφιμα. Τά εχθρικά αεροπλάνα κατήλθον σέ χαμηλό ύψος καί ήρχισαν νά πολυβολούν τά άοπλα ελληνικά καράβια. Τά πληρώματά τους, χωρίς νά χάσουν τήν ψυχραιμία τους, άρπαξαν τούς γκράδες - τά μόνα όπλα πού διέθετον - καί ανέβηκαν ατρόμητα στό κατάστρωμα. Εις τήν πρώτην ομοβροντίαν τών ελληνικών γκράδων, τά εχθρικά αεροπλάνα ανέκρουσαν πρύμναν καί εχάθησαν εις τό βάθος τού ορίζοντος ...

Εις τήν ιδίαν παταγώδη αποτυχίαν, κατέληξαν όλες οι αεροπορικές επιθέσεις τού εχθρού εναντίον νηοπομπών µας ή μεμονωμένων πλοίων.

Τό εμπορικόν µας ναυτικόν συμμετέχει, τήν στιγμήν αυτήν, εις τόν αγώνα τού έθνους μέ ολόκληρον τήν δύναμίν του, αποτελουμένην από 1150 πλοία.

Εξ αυτών τά επιβατηγά χρησιμοποιούνται: 1) ως πλωτά νοσοκομεία, 2) ως μεταγωγικά στρατού, 3) ως μεταφορικά πυρομαχικών καί πολεμικού υλικού 4) ως μεταφορικά αιχμαλώτων. Τά φορτηγά χρησιμοποιούνται επίσης, διά τήν μεταφοράν στρατού καί πολεμικού υλικού, αλλά χρησιμοποιούνται ιδίως εις μεσογειακούς καί υπερποντίους πλόας διά τόν ανεφοδιασμόν τής χώρας. Τά ιστιοφόρα, τέλος, χρησιμοποιούμενα, εν μέρει, καί διά στρατιωτικάς μεταφοράς, εξυπηρετούν κυρίως - μετά τήν επίταξιν τής επιβατικής ατμοπλοίας - ολόκληρον τήν επιβατικήν καί εμπορικήν κίνησιν τής Ελλάδος.

Σημειωτέον ότι όλας ανεξαιρέτως τάς νηοπομπάς τών εσωτερικών θαλασσίων μεταφορών µας - εις τάς οποίας, καθώς είπαμε, δέν έχει σημειωθή ο υ δ ε µ ί α α π ώ λ ε ι α, από τής ενάρξεως τού πολέμου - προστατεύει αποκλειστικώς καί μόνον τό Ελληνικόν Βασιλικόν Ναυτικόν. Καί τό γεγονός αυτό εξαίρει ακόμα περισσότερον τήν ωραία νίκη τού εµπορικού ναυτικού µας, πού δέν είναι ούτε ολιγώτερον ηρωική, από τίς άλλες κατά ξηράν καί κατά θάλασσαν νίκες µας, ούτε ολιγώτερον σημαντική μέσα εις τό πλαίσιον τού όλου πολεμικού αγώνος.

Εφ. Η Νίκη, 1.3.1941

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 303)

Η ελληνική εμπορική ναυτιλία

Ο Νόελ Μπαίκερ, Κοινοβ., Γενικός Γραμματεύς τού Υπουργείου Πολεμικών μεταφορών (τής Εμπορικής Ναυτιλίας) τής Αγγλίας επί Κυβερνήσεως Τσώρτσιλ, λέγει:

Γνωρίζομεν ότι ο Άξων μετεχειρίσθη όλα τά συνήθη του μέσα. Προπαγάνδα, κολακείαν, απειλάς, εκβιασμούς διά νά εμποδίση τούς Έλληνας ναυτικούς νά βοηθήσουν τόν συμμαχικόν αγώνα. Καί όμως τό ενα εκατομμύριον τών τόννων τής Ελληνικής Εµπορικής Ναυτιλίας εξακολουθεί πάντοτε νά προσφέρη τάς ανεκτιμήτους του υπηρεσίας. Παντού καί πάντοτε, η γενναιότης καί η ναυτική εμπειρία τών Ελλήνων θαλασσινών είναι απαράμιλλος. Συχνά, παρά πάντας κινδύνους, διακόπτουν τόν πλούν των διά νά περισώσουν συναδέλφους των ναυαγούς, υπό τήν απειλήν τών εχθρικών υποβρυχίων.

Αλέξ. Φλώρος

«Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ 2 ΟXl»

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 303-304)

Επιστολές τών ναυτικών µας

Στενοχωρούμαι πού είμαι μακρυά καί δέν μπορώ νά πάω νά πολεμήσω ακόμη μία φορά γιά τήν αγαπητή µας μικρήν μά ένδοξον πατρίδα. Θέλω όμως από σένα ό,τι μπορείς νά προσφέρης γιά τήν Πατρίδα. Από τό γραφείο τού Τεργιάζου έχω νά λάβω ένα επίδοµα 20 ηµερών καί νά τούς πής ότι θέλω νά τά καταθέσουν επ’ ονόματί µου υπέρ ενισχύσεως τού Ιερού Αγώνος τής Πατρίδος.

(Έλλην ναυτικός, αποκλεισμένος στήν Μασσαλία, πρός τήν γυναίκα του στόν Πειραιά).

Συλλογή Κυριάκου Ντελοπούλου

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 304)

Μακάρι νά ήµουν κι’ εγώ στήν Ελλάδα, κι’ άς βρισκόµουν στό Μέτωπο. Εγώ, είµαι στό μέτωπο τού Ατλαντικού Ωκεανού 14 μήνες, καί παλεύω.

Συλλογή Κυριάκου Ντελοπούλου

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 305)

Δηµήτριος Λουΐζος, Ναυτική Μονάς 627,

πρός τόν Σπυρίδωνα Ζώµαν, μαθητήν 5ης Γυµνασίου Χαλκίδος.

«Δέν υπάρχει καλύτερο πράγμα από τό νά κυνηγάς τόν άνανδρο εχθρό µας πάνω στά αφρισμένα κύματα τής γαλανής ελληνικής µας θάλασσας. Καί δέν υπάρχει καλύτερη ικανοποίησι γιά μάς όλους τούς ναυτικούς τού Πολεμικού µας Στόλου από τήν ικανοποίησι πού αισθανόμαστε ότι η Πατρίς μάς θεωρεί αξίους γιά τήν φύλαξι τών ωραίων θαλασσών µας».

Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 19.1.1941

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 305)

Πέτρος Πολέμης, ναύτης Ναυτικής Μονάδος 530

πρός Μαρίκαν Πολέμη, Άνδρον.

«Δέν έχω τίποτε νά σού γράψω καί εις όλους βεβαίως αυτού, εκτός από μερικάς συµβουλάς μόνον καί τάς οποίας επαναλαμβάνω καί σέ κάθε µου γράμμα, δηλαδή νά µή στενοχωριέσθε καί σάς τρώει η έννοια. Πολύ δέ περισσότερο τό γράφω γιά τήν μητέρα. Πρίν κηρυχθή ο πόλεμος, εμετρούσα µία πρός µία τίς ημέρες πού περνούσαν, γιά νά ερχόταν καί η ημέρα όπου θά απολυόμουν νά έπαιρνα τό χαρτί µου νά ερχόμουν αυτού καί νά φρόντιζα πλέον γιά τό σπίτι µας καί γιά τό μέλλον µου. Τώρα όµως έσβυσε κάθε τέτοια σκέψι από τόν νούν µου καί έλαβε τήν θέσι µία άλλη, τής Νίκης.

Αλλά όχι μόνον σέ μένα, καί σέ όλα τά παιδιά, εδώ. Γιά νά νικήσουμε όμως απαιτούνται μεγάλες θυσίες μεταξύ τών οποίων είναι καί η ζωή τών παλληκαριών. Εφ' όσον λοιπόν μάς εκάλεσε η Πατρίς νά τήν υπερασπίσωμε, καί μαζί μέ αυτήν, τήν τιμή µας καί τήν θρησκεία, πρέπει όλοι νά εκτελέσω μέ τό καθήκον µας μέχρι τής τελευταίας πνοής µας. Μή στενοχωρήσθε λοιπόν, διότι τό παιδί σας ευρίσκεται στόν πόλεμο, αλλά, τουναντίον, νά είσθε υπερήφανοι γι' αυτό. Διότι πολεµούντες εμείς εδώ, εξασφαλίζομε σέ σάς τήν ησυχίαν, τήν ελευθερίαν, τήν τιμήν καί όλα τά αγαθά όπου καρπούται ένα ελεύθερον κράτος. Καλλίτερα νά πεθάνωμεν όλοι µας, νά µή µείνη κανείς Έλληνας, παρά νά ζώμεν υπόδουλοι στούς Ιταλούς. Άν λοιπόν ακόμη μάθετε τίποτε γιά µένα νά µή λυπηθήτε καθόλου, καί άν ακόμη χαθώ, αλλά νά καυχάσθε καί νά υπερηφανεύεσθε, διότι θά συμμετάσχητε καί εσείς διά τής θυσίας µου, μεταξύ εκείνων οι οποίοι θά χαρίσουν τήν ελευθερίαν καί τήν δόξαν εις τήν Πατρίδα µας Ελλάδα καί τό όνομά των θά είνε αθάνατον εις τούς αιώνας. Εις τούς σεβαστούς µου γονείς τά σέβη µου καί εύχομαι εις τόν Ύψιστον νά τούς δίδη θάρρος καί παραμυθίαν, ώστε νά δύνανται ν' αντιμετωπίζουν πάσαν σκληράν δι' αυτούς δοκιμασίαν.

Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 19.1.1941

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 305)

Ή πρατιγάρεις τό καράβι ή σ' τήν ανάβω!

Τό μέτωπο Μακεδονίας κατέρρευσε ...

Στήν Θάσο, συρρέει όλη η Βόρεια Ελλάδα, μέ τά πόδια ώς τήν Καβάλα. Η πέμπτη φάλαγγα, γιά τό αήττητο καί τό τρομακτικό τής Ράϊχσβερ, παγώνει τά αίματα τού καθενός. Πολλοί σκέπτονται νά καταφύγουν στήν Τουρκία. Βρέθηκα μέσα σ' ένα μεγάλο καΐκι, μέ Μυτιληνιό Καπετάνιο, πολύ άνθρωπο καί πατριώτη! Μέσ’ στό αμπάρι κρύβονται άκαπνοι συνταγματάρχες, τούς οποίους θέλουν νά μουσκετάρουν δύο-τρείς λοχίες πού τούς φωνάζουν: «πού μάς αφήνετε;!!»

Παίρνω τήν διοίκηση τού σκάφους, βάζω κάποια τάξη, περιμαζεύω καί κάμποσα γυναικόπαιδα, μαζύ µέ Δηµ. Υπαλλήλους, καί ξεκινάμε. Μαζύ µου βρίσκονται τά παλληκάρια: Γιάν. Καραβελάκης - Κ. Ακρίδας - Νέστ. Ζόµπολας (απαγχονίσθηκε από τούς Γερμανούς) - Σκάρδης κ.λπ.

Ανοιγόμαστε στό Αιγαίο ... Μπροστά µας καί σέ μικρή απόσταση, βομβαρδίζεται τό Νοσοκομειακό «ΑΠΙΚΗ», µέ ολοφάνερα τά διεθνή σήματα τού Ερυθρού Σταυρού, καί στέλνονται στόν πάτο Τραυματίες, Γιατροί, Νοσοκόμες. Αρχίζουμε νά τά χρειαζόμαστε. Ένα διαβολεμένο οστριογάρμπι μάς σπάει τό πλωριό άλμπουρο καί μάς γυρίζει πίσω, ενώ είχαμε καβατζάρει τόν Μποτό. Πίσσα τό σκοτάδι. Έχω δέσει άνθρωπο δίπλα στήν λαγουδέρα, γιά νά ‘χω τόν έλεγχο τού σκάφους.

Κείνη δά τήν στιγμή, ο Σκάρδης πιάνει σήματα οπτικού: «πλησιάστε ... ». Φοβηθήκαμε γερμανική παγίδα καί μέσ’ στήν απόγνωσή µας, θωρούμε αχνά μία τεράστια μαύρη σιλουέττα καραβιού νά μάς διπλαρώνει. Ευχαριστήσαμε τόν Μυτιληνιό καραβοκύρη (αρνήθηκε νά δεχθεί χρήματα!) κι' ανεβήκαμε μάνι-μάνι. Ήταν εγγλέζικο εξοπλισμένο καί μάζευε όλα τά ρετάλια τών στρατιωτικών σχηματισμών. Μάς μοιράσθηκε γαλέτα κι' εληές. Τό πρωί, ανεπάντεχα, βρεθήκαμε μπρός στήν Χαλκίδα. Ο Λιμενάρχης αρνείται νά ελευθεροκοινωνήσει τό σκάφος, μέ τό επιχείρημα: «ότι θά σπάσουμε τό ηθικό τού Λαού». Παίρνω βουτιά απ' τήν κουβέρτα, κολυμπάω, καί βγαίνω στόν μώλο. Τού λέω: « ή πρατιγάρεις τό καράβι ή σ' τήν ανάβω!»

Στό μεταξύ, επάνω στό καράβι, εκδηλώνεται ανταρσία, κινούνται τά κινητά ουραία τών μάνλιχερ κι’ απειλείται αιματοχυσία. Γιατί νομίσθηκε πρός στιγμήν πώς µ' εξαφάνισαν. Πράγματι, ο Λιμενάρχης ειδοποιεί τηλεφωνικώς τήν Ασφάλεια καί καταφθάνει ο υπομοίραρχος κ. Σφήνας, πού μέ οδηγεί στά κρατητήρια. Εκεί, τού εξηγώ τά καθέκαστα, τού λέω πώς τό πάν χάθηκε, κυττάχτε τήν πόλη, µή φενακίζετε τόν κοσμάκη, προσπαθήστε νά περισώσετε ό,τι μπορείτε, ακόμα φροντίστε τήν οικογένειά σας, γιατί τά στούκας πλησιάζουν! ... Νάσου κι' ένας γέρων Γυμνασιάρχης πού ‘χα γλυτώσει στήν Καβάλα. -«Αφήστε τόν κ. Βασιλά, είναι ο σωτήρας µας!». Συγκίνηση βαθειά!! ο Σφήνας αναγνωρίζει τόν παληό του Γυμνασιάρχη κι' ο Γυμνασιάρχης τόν παληό του μαθητή. Αγκαλιές – φιλιά - δάκρυα ... Ξάφνου, σημαίνουν συναγερμό οι σειρήνες, πλακώνουν 30-50 στούκας πάνω από τήν πόλη. Τρέμει όλη η γής! Προστάζω νά χωθούν κάτω από κάτι μεταλλικά τραπέζια γραφείων. Σάν πέρασε η καταιγίδα τού πυρός καί τών θραυσμάτων, τί νά δώ; 10,20,30 καράβια νά βουλιάζουν, μισο-βουλιαγμένα νά καπνίζουν, καϋμός καρδιάς.

Ο Διοικητής Ασφαλείας ζητάει συγκλονισμένος «συγγνώμη» καί μάς δίνει τήν ορντινάτζα του νά μάς πάει στόν σιδηροδρομικό σταθμό, νά μάς βγάλει εισιτήρια, καί νά μάς δώσει προτεραιότητα, γιατί πλήθη έντρομα κι' έξαλλα φεύγανε απ' τήν πόλη τής Χαλκίδας, γιά νά σωθούν στήν Αθήνα. Καί καθώς ο Σ.Ε.Κ περιέπλεε τήν Αυλίδα, μέτραγα τά νεκροταφεία τών καραβιών σέ κάθε όρμο, ορμίσκο καί τά τυμπανιαία πτώματα.- ... απαίσιοι πρόδρομοι τής 4χρονης σκλαβιάς κι’ ερήμωσης!

Γιάννης Βασιλάς

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 306)

 

 

 

Copyright © 2006-2007 HEC
All Rights Reserved

Last updated: 9 August 2007

 
Copyright © 2019 Hellenic Electronic Center. All Rights Reserved.

Main Menu

MiniCalendar

«  May 2019  »
MoTuWeThFrSaSu
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031 

HEC Sponsors

greece.org - US Website Sponsor
ehk.gr - GR Website Sponsor

facebook

Polls

Parthenon Marbles
 

Credit or PayPal

Enter Amount: